Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συζητησεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συζητησεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9 Νοε 2008

Μία και μόνη ατυπία για ένα Παρ (IV)

- Ώστε 28 χρόνια πριν, ε;
- Ναι.
- Να τα εκατοστήσεις.
- Πολλά είναι.
- Γιατί;
- Μάλλον θα βαρεθώ μέχρι τότε.
- Τα 80 καλά είναι; Να τ’ αφήσω;
- Μη κοροϊδεύεις.
- Καλά. Χρόνια πολλά, λοιπόν. Έτσι. Σκέτο.
- Ξέρεις ποια είναι η καλύτερη ευχή για μένα;
- Ποια;
- Χρόνια καλά.
- …
- Κι ας είναι όσα είναι..
- Δεκτό. Χρόνια καλά φίλε μου.
- Ευχαριστώ.

3 Νοε 2008

Λίγες ωδίες για ένα Παρ (III)

- Καθρέφτη καθρεφτάκι μου.
- Τι θες πάλι;
- Ποια είναι η πιο όμορφη;
- Πάντως όχι εσύ.
- Τι είπες;
- Άκουσες.
- Μα δε λέει έτσι το σενάριο.
- Το ξέρω.
- Και τι είναι αυτό;
- Η αλήθεια.

-------

- Να ζει κανείς ή να μη ζει;
- Έλα μου ντε.
- Μπαρδόν;
- Δε ξέρω ρε παιδί μου.
- Εγώ λέω να ζει.
- Ε πες το.
- Το είπα. Εσύ τι λες;
- Να μη ζει.
- Πως το λες αυτό;
- Από εμπειρία. Θυμήσου με ποιον μιλάς.
- Κατάλαβα.
- Εγώ πάλι όχι.
- Μήπως να το στρίψουμε;
- Και δε το στρίβουμε;

-------

- You talking to me?
- Συγγνώμη σε μένα μιλάτε;
- Όχι. Εσύ μου μιλάς.
- Μα πως; Αφού κάτι ρωτήσατε.
- Επειδή μου μίλησες.
- Θα ορκιζόμουνα ότι αρχίσατε πρώτος.
- Δε πάει καλά. Δε βγαίνει.
- Το βλέπω.
- Θα πάω στον καθρέφτη.
- Όπως νομίζετε.

-------

- Δηλαδή τέλος;
- Τελείως.
- Σίγουρα;
- Ναι λέμε.
- Δε πειράζει.
- Για να το λες.
- Ξέρεις γιατί;
- Γιατί;
- Θα έχουμε πάντα το Παρίσι.
- Μα δεν πήγαμε ποτέ εκεί.
- Ουπς.
- Με ποια ήσουνα στο Παρίσι; Ε;

-------

- Διακτίνισέ με Σκότι.
- Όχι.
- Γιατί;
- Το ’χω πει χίλιες φορές.
- Ποιο;
- Δε μ’ αρέσουν τα χαϊδευτικά.
- Δηλαδή;
- Να με λέτε Σκοτ. Χωρίς το ι.
- Πως κάνεις έτσι για ένα ι;
- Σοβαρά μιλάς;
- Αμέ.
- Καλά. Να δούμε εσένα από δω και πέρα.
- Δηλαδή;
- Θα σε φωνάζω Σπόκι.

16 Οκτ 2008

Λίγες τούζες για ένα Παρ (II)

- Να ρωτήσω κάτι;
- Ό,τι θες.
- Πως σε λένε;
- Έχει σημασία;
- Καμία.
- Πάμε πάλι;
- Πάμε.

-------

- Να σου γνωρίσω την τέτοια.
- Χάρηκα.
- Και την άλλη.
- Χάρηκα.
- Και την αυτή.
- Χάρηκα.
- Και την παρά άλλη.
- Χάρηκα.
- Και την..
- Που να τη βάλω τόση χαρά;

-------

- Πόσοι ήταν;
- Πολλοί.
- Πόσες ήταν;
- Πολλές.
- Τι κάνατε;
- Πολλά.
- Ήταν ωραία;
- Πολύ.
- Θέλω κι εγώ!
- Πολλά θες.

-------

- Μα μη λες τέτοιες λέξεις.
- Όπως;
- Παρτούζες.
- Εγώ σκέτο τούζες είπα.
- Πονηρό μυαλό.
- Πονηρό εγώ. Βρώμικο εσύ.
- Α να χαθείς.
- Είμαι ήδη χαμένος.

9 Οκτ 2008

Λίγοι οξυσμοί για ένα Παρ (I)

- Πάμε καλά;
- Όχι. Αλλά κρατήσου.
- Δεν αντέχω άλλο.
- Τότε σταμάτα.
- Δε θα πέσω;
- Θα πέσεις.
- Δε θέλω.
- Ε τότε κρατήσου. Πιο γερά.

-------

- Τα λεφτά θα μας φτάσουν;
- Ανάλογα.
- Με τι;
- Δεν ξέρω.
- Κατάλαβα.
- Αλήθεια;

-------

- Θα φύγουμε;
- Όχι.
- Αφού θέλω να φύγω.
- Ε φύγε.
- Φοβάμαι.
- Κι εγώ.

8 Αυγ 2008

Μυαλό - Εγώ : 1 - 0

Στο γραφείο - Τώρα
Μ: Μα καλά τώρα θα κάτσεις να γράψεις αυτά που λέγαμε μεταξύ μας; Δε βαριέσαι;
Ε: Δεν κάνω και πολλά πράγματα τις τελευταίες μέρες. Οπότε είναι μια καλή ευκαιρία να ασχοληθώ με κάτι.
Μ: Και τα θυμάσαι;
Ε: Περίπου. Αλλά είμαι σίγουρος ότι τα θυμάσαι εσύ. Άλλωστε θα γράψω τα πιο σημαντικά. Να ξεκινήσω;
Μ: Άντε ξεκίνα. Να ξέρεις όμως ότι θα σε ελέγχω μη πετάξεις καμιά μπαρούφα και μας εκθέσεις. Και για σένα δε με νοιάζει και πολύ. Αλλά εγώ έχω κι ένα κύρος.
Ε: Καλώς. Πού είχαμε μείνει;
Μ: Εκεί που επέστρεψες με καινούριο καφέ και άδειο τασάκι.
Ε: Α μπράβο. Και μόλις κάθισα στον καναπέ μου είχες πει κάτι βαθυστόχαστο. Μισό λεπτάκι να το θυμηθώ..

Στον καναπέ – Τότε
Μ: Ο παραλογισμός ενός πράγματος δεν είναι ένας λόγος ενάντια στην ύπαρξή του, είναι μάλλον μια προϋπόθεση!
Ε: Πώς είπατε; Γιατί είναι και λίγο αργά.
Μ: Α δεν έχουμε ξεκινήσει καθόλου καλά. Κάναμε μια ώρα με τις συστάσεις και τώρα θα πρέπει να εξηγώ δυο και τρεις φορές κάθε τι που λέω; Δηλαδή σε τί επίπεδο πρέπει να πέσω για να συνεννοούμαστε; Λό-λα-να-έ-να-μή-λο. Αυτό το κατάλαβες ή να το πω πιο αργά;
Ε: Οκ, συγκεντρώνομαι. Μου ανέφερες κάτι που είχε πει ο Νίτσε. Αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί. Και που κολλάει;
Μ: Γιατί τις τελευταίες μέρες στις ανόητες, ποταπές και πάνω από όλα φανταστικές αναζητήσεις σου με το ταβάνι προσπαθείς να αποβάλεις κάποια πράγματα που σου φαίνονται παράλογα. Με το να τα αποβάλεις είναι σαν να τα απορρίπτεις. Το τί είναι παράλογο όμως είναι καθαρά υποκειμενικό. Από τη στιγμή που το βιώνεις είναι αληθινό. Δέξου το απλά ή προσπάθησε να το εξηγήσεις. Όπως και να έχει μην το απορρίπτεις.
Ε: Ναι αλλά από τη μία δε μπορώ να δεχτώ κάποια πράγματα και από την άλλη όταν προσπαθώ να τα εξηγήσω το μυαλό μου φτάνει σε αδιέξοδο.
Μ: Σε παρακαλώ μίλα για το εαυτό σου. Εγώ δεν έχω φτάσει σε κανένα αδιέξοδο. Πάντα υπάρχει κι ένα επόμενο βήμα.
Ε: Και γιατί δε μου το λες και μ’ αφήνεις να παιδεύομαι;
Μ: Γιατί έτσι δεν έχει νόημα. Πρέπει να ψάξεις και λίγο μόνος σου για να βρεις την αλήθεια. Ή μάλλον όχι την αλήθεια. Είναι βαριά λέξη και δεν είσαι ακόμη έτοιμος για τέτοιες αναζητήσεις. Την άκρη. Να βρεις την άκρη.
Ε: Ωραία ας ξεκινήσουμε για την αναζήτηση της άκρης. Ό,τι και να κάνω, όπως και να τα δω τα πράγματα, καταλήγω στο ίδιο σημείο. Μου λείπει.
Μ: Κι εμένα μου λείπει.
Ε: Κι εσένα; Δεν το περίμενα αυτό. Γιατί;
Μ: Γιατί ήταν η μοναδική κοπέλα, από όλες τις τσούπρες που έχεις συναναστραφεί, που με έβαζε να ενεργοποιώ καινούριες χημικές ενώσεις. Έπαιζε κατά διαστήματα με τα εγκεφαλικά μου κύτταρα. Και γούσταρα. Το απολάμβανα αυτό το παιχνίδι. Και μάλλον εκεί τη χάσαμε.
Ε: Δηλαδή;
Μ: Ήμουνα πολύ απασχολημένος με το να απολαμβάνω το παιχνίδι και στην πορεία σταματήσαμε να πειράζουμε τα δικά της εγκεφαλικά κύτταρα. Σε όλους τους τομείς. Από την απλή τηλεφωνική συνομιλία μέχρι το κρεβάτι.
Ε: Κάτσε γιατί μου άνοιξες πολλά μέτωπα. Από τη μία απολάμβανες ΜΟΝΟΣ σου το παιχνίδι και από την άλλη σταματήσαμε ΜΑΖΙ να πειράζουμε τα εγκεφαλικά της κύτταρα. Μήπως μ’ έχεις πιάσει λίγο μαλάκα;
Μ: Συ είπας. Να το θυμάσαι. Δε σε είπα εγώ μαλάκα. Αλλά κάπως έτσι είναι η κατάσταση.
Ε: Κι άντε να το δεχτώ. Τί εννοείς από την απλή τηλεφωνική συνομιλία μέχρι το κρεβάτι;
Μ: Εννοώ ότι με είχες τόσο πολύ απασχολημένο με ένα σωρό πράγματα και υποχρεώσεις που δεν είχα το χρόνο να την τσιτώσω. Η μόνη μου διέξοδος ήταν το παιχνίδι της. Αλλά δεν είχαμε τη φαντασία να ανταποδώσουμε. Ούτε στη ρουτίνα μας ούτε στο σεξ. Μη μπαίνω τώρα σε λεπτομέρειες. Τη γενική εικόνα την πιάνεις. Μια άλλη μέρα, μαζί με το ταβάνι, θα τα καταλάβεις καλύτερα.
Ε: Δηλαδή μου λες ότι φταις κι εσύ που έχουν έρθει εδώ τα πράγματα.
Μ: Τον έπαιξα κι εγώ το ρόλο μου. Αλλά πρόσεξε. Αν φταίω εγώ τότε αυτόματα φταις κι εσύ. Αν φταις εσύ τότε μάλλον είναι μόνο δικό σου το φταίξιμο. Κι επειδή οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος σου, άσε τη ρίψη ευθυνών για μια άλλη φορά.

Στο γραφείο – Τώρα
Μ: Δεν το είχα πει έτσι. Σου είχα βγάλει ολόκληρο μαθηματικό τύπο με δειγματικό χώρο, ενδεχόμενα, συνδυαστικές πιθανότητες και κόντρα μεταβλητές.
Ε: Ναι αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει τους άλλους. Δεν είναι εκεί η ουσία.
Μ: Ήθελα να ’ξερα σε τι κοινό απευθύνεσαι. Αν απευθύνεσαι και κάπου δηλαδή. Νομίζεις ότι θα κάτσουν πολλοί να διαβάσουν όλο αυτό το κατεβατό;
Ε: Δεν έχει σημασία. Το γράφω και για μένα.
Μ: Μιλάμε ότι είσαι και πολύ μαζόχα.
Ε: Να συνεχίσω;
Μ: Άντε να δούμε.

Στον καναπέ – Τότε
Ε: Να σε ρωτήσω κάτι;
Μ: Ό,τι θες.
Ε: Έχεις σκεφτεί το ενδεχόμενο να λες μαλακίες; Και τα πράγματα να είναι τελείως διαφορετικά;
Μ: Σαφέστατα και το έχω σκεφτεί. Έχω υπολογίσει όλα τα πιθανά ενδεχόμενα. Μην αρχίζω πάλι με τύπους γιατί αυτούς δε θα τους καταλάβεις. Το θέμα είναι ότι όλα καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα.
Ε: Ότι δεν είμαστε μαζί.
Μ: Και πως νιώθεις εσύ γι’ αυτό;
Ε: Σε παρακαλώ κόψε τις στάνταρ εκφράσεις ψυχολόγου. Μου φτάνει που είμαι στον καναπέ και μιλάω μαζί σου.
Μ: Δεκτόν. Αναδιατυπώνω. Κι από εκεί και πέρα τί γίνεται;
Ε: Έλα μου ντε! Εκεί είναι που κολλάω και βρίσκομαι σε αδιέξοδο.
Μ: Κι ακριβώς εκεί είναι που σταματάς και δεν κάνεις το επόμενο βήμα.
Ε: Και ποιο είναι το επόμενο βήμα;
Μ: Να συνειδητοποιήσεις απόλυτα αυτό που έχει γίνει, να το δεχτείς (θυμάσαι τα σχετικά με τα παράλογα που λέγαμε στην αρχή;) και να το βάλεις πίσω σου. Ανήκει πλέον στο παρελθόν. Το θέμα είναι τί θα κάνεις τώρα.
Ε: Ναι αλλά είναι δύσκολο.
Μ: Δεν είπε κανείς ότι είναι εύκολο. Κάθε χωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος. Μικρός μεν, θάνατος δε. Δε μπορείς να κάνεις κάτι. Τον δέχεσαι και κοιτάς να συνεχίσεις τη ζωή σου. Άλλωστε ότι ήταν να κάνεις το έκανες.
Ε: Καλά τα λες. Αλλά κάθε φορά που προσπαθώ να το δω έτσι, πονάω.
Μ: Που πονάς αγόρι μου; Αφού εγώ δε λαμβάνω κανένα σήμα πόνου από τα νεύρα. Δε μπορεί να πονάς. Μη μου πεις στην καρδιά;
Ε: Ξέρω κι εγώ. Εκεί δε πονάνε σε αυτές τις περιπτώσεις;
Μ: Και της έχω πει της ηλίθιας να μην ανακατεύεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Κάθε φορά που το κάνει, τα κάνει χειρότερα. Χίλιες φορές της το έχω πει: Η δουλειά σου είναι να τρομπάρεις το αίμα και τίποτα άλλο.
Ε: Σε παρακαλώ μη μου πεις ότι υπάρχει και η καρδιά από μόνη της και ότι κάποια στιγμή μπορεί να μου μιλήσει και αυτή. Δε θα το αντέξω αυτή τη στιγμή.
Μ: Όχι αγόρι μου. Μη μου αγχώνεσαι. Μόνο εγώ υπάρχω. Μόνο εγώ και κανένας άλλος. Μη μου πάθεις τίποτα βραδιάτικα. Άκου εκεί καρδιά και χαζομάρες. Σιγά μη μιλάω και με τα νεφρά σου. Έτσι είπα καμιά μαλακία για να χαλαρώσει το κλίμα γιατί το είχαμε βαρύνει πολύ.
Ε: Οκ.
Μ: Μπράβο το καλό παιδί. Και για να σοβαρευτούμε. Κατάλαβες αυτό που σου είπα;
Ε: Νομίζω πως ναι. Πρέπει να αποδεχτώ το παρελθόν, να αφήσω το χρόνο να κάνει τη δουλειά του και κάποια στιγμή θα μπορέσω να κάνω αυτό το βήμα χωρίς να πονάω.
Μ: Ακριβώς. Κάπως έτσι. Είναι μια καλή αρχή τουλάχιστον. Κι από εκεί και πέρα θα ξεκινήσει μια νέα πορεία. Ποτέ δεν ξέρεις ποιον θα συναντήσεις ή θα ξανασυναντήσεις. Εσύ κοίτα να πατάς γερά στα πόδια σου και σιγά σιγά θα έρθουν όλα από μόνα τους.
Ε: Άντε καλά. Όχι ότι τώρα νιώθω καλύτερα. Απλά έχουμε να πούμε κι άλλα και περνάει η ώρα.
Μ: Ωραία. Επόμενος προβληματισμός παρακαλώ.
Ε: Τί έχεις να πεις για…

Στο γραφείο – Τώρα
Μ: Μη μου πεις ότι θα τα γράψεις και τα επόμενα τώρα;
Ε: Έτσι έλεγα.
Μ: Αν συνεχίσεις να γράφεις χτυπάω τριπλό εγκεφαλικό αυτή τη στιγμή. Δεν αντέχω άλλο. Άσε που και να υπήρχε περίπτωση να σε διαβάσει κανείς, άμα δει όλη αυτή την πολυλογία δεν πρόκειται να ρίξει ούτε βλέφαρο. Άντε σταμάτα και πάμε καμιά βόλτα με τη μηχανή.
Ε: Δεν είσαι και πολύ συμπαθητικό για δικό μου μυαλό. Και θες και βόλτα.
Μ: Αφού μ’ αγαπάς και το ξέρεις. Άντεεε. Σήκωωω. Πάμεεε.

4 Αυγ 2008

Συνομιλώντας με το μυαλό μου..

Είναι 3:00 η ώρα. Το βράδυ. Αλλιώς θα έγραφα 15:00. Ο καφές έχει τελειώσει. Μάταια την τελευταία μια ώρα ρουφάω με το καλαμάκι μπας και μου έχει ξεφύγει κάποιο τελευταίο νανοσταγονίδιο. Τίποτα. Το τασάκι είναι γεμάτο. Έχει δημιουργηθεί ένα βουναλάκι που του αρκεί μια λάθος κίνηση για την καταστροφική κατολίσθηση. Παρόλα αυτά είμαι σίγουρος ότι με προσεκτικές και χειρουργικές κινήσεις θα καταφέρω να του προσθέσω λίγα εκατοστά στο μπόι του. Η μουσική συνεχίζει να παίζει. Σε ήπιους και μελαγχολικούς τόνους για να ταιριάζει με τη διάθεσή μου. Θέλω να κοιμηθώ αλλά δε μπορώ. Δε φταίει ο καφές. Είναι το μυαλό μου που δε με αφήνει σε ησυχία. Τουλάχιστον έτσι πίστευα μέχρι τότε. Την αράζω στον καναπέ και κοιτάω το ταβάνι. Τις τελευταίες μέρες έχω εξερευνήσει κάθε τετραγωνικό χιλιοστό αυτού του ταβανιού. Το ξέρω καλύτερα κι από την παλάμη μου. Κι εκεί που αρχίζω να χάνομαι ανάμεσα στο πουθενά και το τίποτα κάτι ακούγεται..

Μυαλό: Α καλά. Εγώ δεν την παλεύω άλλο ένα βράδυ με το ταβάνι. Έχω βαρεθεί.
Εγώ: Ποιος μίλησε;
Μ: Εγώ.
Ε: Και ποιος είσαι εσύ;
Μ: Εσύ.
Ε: Και τότε εγώ ποιος είμαι;
Μ: Αυτό είναι δικό σου θέμα. Πάντως τον τελευταίο καιρό δε σε αναγνωρίζω.
Ε: Μισό λεπτάκι γιατί θα τρελαθώ. Αρχικά ξεπερνάω το γεγονός ότι μιλάω στον αέρα. Εδώ που φτάσαμε όλα είναι πιθανά. Αλλά δεν καταλαβαίνω τί γίνεται.
Μ: Αρχικά ξεπερνάω ΕΓΩ το γεγονός ότι με αποκάλεσες αέρα. Κι επειδή σε κόβω και λίγο χαζούλη θα στο πω με απλά λόγια σαν να μιλάω σε παιδάκι. Μέχρι και παραδείγματα θα σου δώσω γιατί μέχρι πριν λίγο καιρό σε συμπαθούσα. Έχουμε και λέμε. ΕΓΩ είμαι το μυαλό σου κι ΕΣΥ είσαι το μεταφορικό μου μέσο. Απλά επειδή είσαι καλό και υπάκουο παιδί σε αφήνω που και που να κάνεις ότι γουστάρεις.
Ε: Εντάξει. Μόλις μου απέδειξες περίτρανα ότι το έχω χάσει.
Μ: Ποιο έχεις χάσει; Το μυαλό σου; Αφού είμαι εδώ και σου μιλάω. Προβλέπω τη σημερινή βραδιά δύσκολη. Άμα είμαστε ακόμη στις συστάσεις να δω πότε θα μπούμε στο ζουμί.
Ε: Δηλαδή τώρα εγώ μιλάω με τον εαυτό μου; Παραμιλάω δηλαδή;
Μ: Περίπου. Όταν παραμιλάς παίζεις όλους τους ρόλους. Τώρα όμως έχεις μόνο ένα ρόλο. Το δικό σου. Και δε μιλάς με τον εαυτό σου. Συνομιλείς με το μυαλό σου. Μην τα πάρουμε πάλι από την αρχή γιατί θα εκνευριστώ.
Ε: Οκ, οκ. Δεν παίρνουμε τίποτα από την αρχή. Και ξέρεις γιατί; Γιατί πάω για ύπνο.
Μ: Α, δεν κατάλαβες. Τόσες μέρες τώρα με ξενυχτάς χωρίς κανένα λόγο και δε βγάζω άχνα. Τώρα θα κάτσεις εκεί που κάθεσαι, στον αγαπημένο μας καναπέ κοιτώντας το αγαπημένο σου ταβάνι και θα μιλήσουμε. Δε σου αποκαλύφθηκα έτσι τσάμπα. Για να πας να κοιμηθείς κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Να νομίζεις μετά ότι με ονειρεύτηκες. Λες και δεν ήξερα να το κάνω αυτό κι από μόνος μου. Και μη δοκιμάσεις να αντισταθείς γιατί δε θα σε αφήσω εγώ.
Ε: Δηλαδή δεν έχω καμία εναλλακτική;
Μ: Καμία. Άντε να αρχίσεις επιτέλους να μπαίνεις στο νόημα για να κάνουμε παιχνίδι. Σε είχα για πιο έξυπνο πάντως. Δε περίμενα να μας πάρει τόση ώρα.
Ε: Ευχαριστώ πολύ για τα “καλά” σου λόγια.
Μ: Μη μου βάζεις εμένα αυτές τις παπαρίτσες στις λέξεις. Δεν υπάρχουν καλά ή κακά λόγια. Η σημερινή μας κουβέντα θα αποτελείται μόνο από ειλικρινή λόγια.
Ε: Οκ. Τουλάχιστον θα με αφήσεις να φτιάξω ένα καινούριο καφέ;
Μ: Βεβαίως. Αυτό μπορώ να το κάνω. Γιατί την τελευταία ώρα με αυτά τα απεγνωσμένα ρουφήγματα με έχεις υπεροξυγονώσει. Και πάρε και άδειασε κι αυτό το τασάκι σε παρακαλώ. Έχω βαρεθεί κάθε φορά που είναι να σβήσεις ένα τσιγάρο να ανακαλώ όλους τους νόμους της μηχανικής και να υπολογίζω ένα σωρό παραγώγους και ολοκληρώματα, επειδή εσύ βαριέσαι να το αδειάσεις.
Ε: Καλά ντε. Μη φωνάζεις.
Μ: Δε φωνάζω. Όταν φωνάξω θα το καταλάβεις. Όπως τώρα. Άντε ξεκούνα!

Και ξεκούνησα. Σηκώθηκα, πήρα μαζί μου το τασάκι, το άδειασα κι έφτιαξα ένα καινούριο καφέ. Οι κινήσεις μου ήταν σαν να τις έκανε ένα ρομπότ. Δεν καταλάβαινα πώς. Απλά γινόντουσαν. Για μια στιγμή φοβήθηκα να επιστρέψω στον καναπέ. Δεν ήξερα τί με περίμενε. Αλλά επέστρεψα. Και μιλήσαμε..