Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιχνιδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιχνιδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28 Οκτ 2008

Η αλήθεια του τέλους

Κάνει ζέστη αλλά αυτός κρυώνει. Δε μπορεί να εξηγήσει γιατί. Όλα γύρω του θα έπρεπε να είναι ζεστά αλλά αυτός κρυώνει. Την παγωνιά άρχισε να τη νιώθει πρώτα εξωτερικά και σιγά σιγά την καταλάβαινε να περνάει στο εσωτερικό του. Να του τρώει τα σωθικά καθώς απλώνεται μέσα του σαν παλιρροϊκό κύμα. Δε μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Κάθεται ακίνητος και περιμένει.

Και να ήθελε να κουνηθεί δε θα μπορούσε. Είναι πολύ στριμωγμένος εκεί που κάθεται. Δε θυμάται πως βρέθηκε σ’ αυτό το αφιλόξενο μέρος μαζί με τόσους άλλους. Προσπαθεί αλλά δε μπορεί να θυμηθεί. Θέλει με όλη τη δύναμή του να καταλάβει αλλά δεν τα καταφέρνει. Το μόνο που του ερεθίζει τις σκέψεις του είναι η γνώση ότι κάποτε ήταν διασκορπισμένος σε πολλά σημεία. Χωρίς σχέδια, χωρίς σκοπό. Κάπως όμως ολοκληρώθηκε, χωρίς να θυμάται το πώς. Κι ενώ αυτό θα έπρεπε να είναι καλό, δεν του προσφέρει καμία ανακούφιση. Θέλει να θυμηθεί αλλά δε μπορεί κι αυτό τον κάνει να αισθάνεται ακόμη χειρότερα.

Το έδαφος που ακουμπάει είναι άσπρο. Σαν το παρελθόν του. Γύρω του οι όμοιοί του. Κανείς δε μιλάει. Αλλά τώρα ξέρει ότι δεν είναι επιλογή τους. Κι αυτός εδώ και ώρα προσπαθεί να μιλήσει, να ρωτήσει, να ζητήσει αλλά δε βγαίνει κανένας ήχος. Δε μπορεί. Στην κατάσταση που είναι δεν έχει τη δυνατότητα να μιλήσει. Θέλει να επικοινωνήσει αλλά δε μπορεί. Είναι εγκλωβισμένος στον εαυτό του και τις σκέψεις του. Και δε μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό. "Τι μου συμβαίνει ρε γαμώτο;" σκέφτεται δυνατά αλλά δεν ακούγεται τίποτα. Κανένας από τους άλλους δε μπορεί να του μιλήσει, πόσο μάλλον να τον καταλάβει. Ή μήπως όλοι τον καταλαβαίνουν γιατί νιώθουν το ίδιο; Δεν ξέρει κι απ’ ό,τι φαίνεται δε θα μάθει ποτέ.

Προσπαθεί να κοιτάξει προς τα πάνω. Χαμηλός φωτισμός και στην άκρη του οπτικού του πεδίου κάτι σιγοκαίει. Περίεργα πράγματα. Αν απομονώσει όλους τους άλλους η ατμόσφαιρα θα έπρεπε να ήταν ευχάριστη. Αλλά αυτός δεν αισθάνεται καθόλου καλά. Κι όσο περνάει η ώρα όχι μόνο μεγαλώνει η αγωνία του αλλά και το κρύο που νιώθει. Έχει αρχίσει να χάνει κάθε ίχνος αισιοδοξίας που θα μπορούσε να ανακαλύψει και να απελπίζεται. Μέχρι που.

Μέχρι που αρχίζει να νιώθει κάτι ωραίο. Δεν ξέρει τι είναι ακριβώς αλλά κάτι ανακουφιστικό αρχίζει να γίνεται. Προσπαθεί να το προσδιορίσει. Δεν είναι σίγουρος αλλά νομίζει ότι κάποιοι όμοιοί του αρχίζουν να φεύγουν. Ναι αυτό είναι. Γιατί έχει αρχίσει να νιώθει λίγο πιο χαλαρά. Λίγο πιο άνετα. Το κρύο δε σταματά αλλά τουλάχιστον τώρα είναι πιο άνετα. Αρχίζει να παίρνει τα πάνω του. Αφού φεύγουν κάποιοι αυτό σημαίνει ότι κάποια στιγμή θα φύγει κι αυτός. Και δύσκολα θα βρεθεί σε χειρότερο μέρος από αυτό που είναι τώρα.

Η ώρα περνάει και τώρα έχουν μείνει λίγοι. Εκεί όμως που θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένος γιατί δεν αργεί και η σειρά του να φύγει, έχει αρχίσει να αγχώνεται. Ο χρόνος που πέρασε τον έβαλε σε σκέψεις. "Που πάνε οι άλλοι; Είναι όντως καλύτερα εκεί που πάνε; Και γιατί αυτό το κρύο δε σταματάει με τίποτα; Και γιατί ακόμη κανένας δε μπορεί να μιλήσει; Τι συμβαίνει; Τι με περιμένει; Ποιος; Γιατί; Έχω πειράξει κανένα; Έχω φταίξει σε τίποτα; Δε μπορεί κάποιος να μου δώσει να καταλάβω; Ζητάω πολλά;".

Χαμένος στις σκέψεις του αργεί να συνειδητοποιήσει ότι έχει μείνει μόνος του μέχρι που κάτι απροσδιόριστο τον αρπάζει και αρχίζει να αιωρείται. Φοβάται. Προσπαθεί να ουρλιάξει αλλά δεν ακούγεται τίποτα. Πλησιάζει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, χωρίς να το θέλει αλλά και χωρίς να μπορεί να το ελέγξει, κι όταν απομακρύνεται έχει μείνει μισός. Μισός. Είναι τρομοκρατημένος. Φωνάζει με όλη του τη δύναμη. Δε πονάει γιατί το κρύο πλέον είναι απόλυτο. Αρχίζει να κινείται και πάλι. Στον αέρα. Μια ανώτερη δύναμη τον κινεί και αυτός δε μπορεί να κάνει τίποτα. Θέλει να δραπετεύσει σαν τρελός αλλά δε μπορεί. Δεν είναι πλέον στις δυνάμεις του. Ποτέ δεν ήταν.

Τώρα βρίσκεται σε κάτι σκοτεινό με κάτι άσπρους σταλακτίτες και σταλαγμίτες να κρέμονται απειλητικοί γύρω γύρω. Αρχίζουν να ανεβοκατεβαίνουν και να κατακρεουργούν το σώμα του. Εξακολουθεί να μη νιώθει πόνο αλλά τώρα ξέρει ότι ήρθε το τέλος του. Οριστικά. Και για πρώτη φορά αφήνεται. Μόνο τότε, μια στιγμή ακριβώς πριν το τέλος, συνειδητοποιεί την ύπαρξή του. Καταλαβαίνει το λόγο που συμβαίνουν όλα αυτά. Η τελευταία σκέψη του πριν χαθεί για πάντα στο έρεβος είναι: "Ήμουν άραγε ένας απλός ντολμάς ή ένα νόστιμο ντολμαδάκι;".

Την ίδια στιγμή ένα ζευγάρι, σε ένα δείπνο υπό το φως κεριών.
Γυναίκα: Μωρό μου μπορεί να κρυώσανε αλλά ήταν πεντανόστιμα τα ντολμαδάκια σου! Δεν έπρεπε να μοιραστούμε το τελευταίο.
Άντρας: Χαχα.. Πλεονέκτρα μου εσύ! Αφού σου το ’χα πει. Τα ντολμαδάκια είναι η σπεσιαλιτέ μου!

Η παραπάνω ντολμαδοϊστορία προέκυψε μετά από πρόσκληση του Mahler76 στο ντολμαδοπαίχνιδο. Οι έχοντες την "όρεξη" να συνεχίσουν.
Την καλησπέρα μου σε όλους.

13 Οκτ 2008

Το τρίο κι οι αλήθειες (6.5)

Βραδάκι. Ο Γιώργος με τον Πέτρο είναι στο σπίτι του Σάκη. Μόλις έχουν ντερλικώσει το παστίτσιο της μητέρας του Σάκη. Μέσα από το τάπερ. Ούτε καν μπήκαν στον κόπο να το βάλουν σε πιάτα. Ευτυχώς που χρησιμοποίησαν πιρούνια. Οι επισκέπτες ανάβουν το γλυκό τσιγάρο που ακολουθεί ένα ωραίο γεύμα την ώρα που ο Σάκης επιστρέφει από την κουζίνα με μια κόκα. Λάιτ. Μη ξεχνιόμαστε. Ανάβει κι αυτός το τσιγάρο του κι αράζει στον καναπέ.

«Δηλαδή τώρα θα πρέπει να πούμε αλήθειες για την πάρτη μας;» ρωτάει ο Γιώργος εκπνέοντας τον καπνό μιας μεγάλης τζούρας.
«Και πόσες αλήθειες πρέπει να πούμε;» συμπληρώνει την ερώτηση ο Πέτρος τραβώντας μια μεγάλη τζούρα.
«Ναι ρε. Μην τρελαίνεστε. Κανονικά πρέπει να πούμε εφτά αλήθειες. Αλλά επειδή εμείς είμαστε τρεις και λίγο τσογλανάκια θα πούμε από δύο ο καθένας και την έβδομη θα την αφήσουμε να αιωρείται. Κι όλο και κάποιος θα βρεθεί να την αρπάξει» εξηγεί ο Σάκης ρουφώντας και βγάζοντας ταυτόχρονα μια μεγάλη τζούρα. Μαγικό θέαμα.
«Και πως τα έμαθες εσύ όλα αυτά;» ζητάει περισσότερες εξηγήσεις ο Γιώργος.
«Εσείς πως είχατε μάθει τότε για τις τρεις ευχές; Κάπως έτσι κι εγώ. Άντε Γιώργο ξεκίνα.»

«Άντε καλά. Λοιπόν. Πρώτον, δε πιστεύω στα ζώδια. Δεύτερον, τον τελευταίο καιρό νιώθω κάπως περίεργα χωρίς να μπορώ να εξηγήσω το πώς και το γιατί» φανερώνει τα σώψυχά του ο Γιώργος.
Ο Πέτρος δεν αντέχει να μη σχολιάσει. «Δε πιστεύεις στα ζώδια αλλά που και που τα διαβάζεις σε εφημερίδες και περιοδικά.»
«Λεπτομέρειες. Έτσι καμιά φορά τα διαβάζω για το χαβαλέ. Για ν’ αποδείξω ότι λένε χαζομάρες. Αν τα πίστευα τώρα θα έπρεπε να ήμουν πλούσιος, πετυχημένος, με την καλύτερη γυναίκα δίπλα μου κι όλη τη ζωή μπροστά μου.»
«Μήπως επειδή δεν έχεις τίποτα από αυτά νιώθεις κάπως περίεργα;» επιμένει ο Πέτρος.
Ο Σάκης επεμβαίνει προλαβαίνοντας το Γιώργο. «Έλα, έλα, δε θέλω σχόλια. Πέτρο άσ’ τον κι εσύ ρε μαλάκα. Αφού τον βλέπεις ότι δεν είναι στα καλά του.»
«Γιατί είμαι εγώ; Συγγνώμη ρε φιλαράκι» μετανοεί αυτός.
«Συγχωρεμένος. Άντε σειρά σου» συγχωρεί και προτρέπει ο μεγαλόψυχος.

«Ωραία. Η πρώτη μου αλήθεια είναι ότι όσο και να σπάω το κεφάλι μου δε μπορώ να θυμηθώ το λόγο για τη μία και μοναδική φορά που μάλωσα με το Γιώργο.» Ο Γιώργος γελάει χωρίς να το κρύψει. Αυτός θυμάται. «Κι αυτό που μου τη δίνει περισσότερο είναι ότι αυτός ξέρει και δε μου το λέει» αγανακτεί ο Πετράκης.
Ο Σάκης πετάγεται πριν ανοίξει καινούρια διαμάχη. «Μη ξεφεύγεις. Έλα τώρα που το έχεις. Ποια είναι η δεύτερη αλήθεια;»
«Παρόμοια με του Γιώργου είναι. Νιώθω ότι κάτι δεν πάει καλά, πέρα από τα γνωστά προβλήματα. Κάτι βαθύτερο.»
«Ωραία φιλαράκι. Και γαμώ είμαστε κι οι δύο» συμπονά ο Γιώργος και γυρίζει προς το Σάκη. «Άντε πες κι εσύ.»

«Ένα. Μία από τις αγαπημένες μου ταινίες είναι μια αισθηματική κομεντί αλλά δε σας το λέω γιατί θα με δουλεύετε» φανερώνει την πρώτη αλήθεια-φοβία ο Σάκης.
«Ναι εσένα περιμέναμε να μας το πεις τώρα. Λες και δεν το ξέραμε» λέει χαμογελώντας ο Γιώργος.
Πετάγεται κι ο Πέτρος. «Καλά σου λέει ρε παπάρα. Αφού κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα τη βλέπεις κανά δυο φορές. Επειδή τη βλέπεις μόνος σου νομίζεις ότι δεν το ξέρουμε;»
«Να χαρώ εγώ εξομολόγηση» συνεχίζει με το ίδιο χαμόγελο ο Γιώργος.
«Άντε. Σπουδαία αλήθεια μας φανέρωσες. Για να δούμε και τη δεύτερη» ανυπομονεί ο Πέτρος.
«Δύο. Πάνω κάτω τα ίδια μ’ εσάς. Απλά είναι στιγμές που νιώθω ότι δεν έχω τον έλεγχο. Ποτέ δεν τον είχα δηλαδή. Αλλά τώρα είναι κάπως διαφορετικά. Δεν ξέρω. Πολύ μπερδεμένα.»

Μένουν για λίγο σιωπηλοί. Σκέφτονται. Δύσκολα τα πράγματα. Κάπως περίεργα ο ένας. Κάτι δεν πάει καλά ο άλλος. Εκτός ελέγχου ο τρίτος. Προβληματίστηκαν από το πουθενά. Ανάβουν τσιγάρο πίνοντας την τελευταία κόκα.
«Πάμε για κανά ποτάκι;» πετάγεται ο Γιώργος.
«Λέτε να πάμε για ένα χαλαρό;» ψιλοσυμφωνεί ο Πέτρος.
«Και δεν πάμε; Έτσι για τη χώνεψη» και σηκώνεται από τον καναπέ ο Σάκης.

Λίγο ζαβολιάρηδες. Μια αλήθεια ανήσυχοι. Ένα παιχνίδι μαλάκες. Αλλά ωραία τυπάκια!

Αυτοί πήγαν για το χαλαρό ποτάκι τους κι εγώ έμεινα εδώ μόνος. Δηλαδή περίπου μόνος. Είναι μαζί μου και μια περισσευούμενη αλήθεια που αιωρείται. Πως το είχε πει ο Σάκης; “Όλο και κάποιος θα βρεθεί να την αρπάξει.” Κάτι ήξερε αυτός. Κάποιος βρέθηκε. Να λοιπόν και η δική μου αλήθεια..

Έχει αρχίσει να γίνεται δύσκολο να γράφω νέες ιστορίες για το τρίο από τότε που σκέφτηκα ποια θα είναι η τελευταία τους ιστορία.


Τα γνωστά. Η ιστορία αυτή είναι έκτακτη, μετά από πρόσκληση της fei. Κανονικά πρέπει να καλέσω κι εγώ άλλα εφτά άτομα. Πέραν όμως της dot (που με είχε καλέσει παλιότερα), της vicky (που είχε ανταποκριθεί) και του γιατρού (που έδειξε την πρόθεση να ανταποκριθεί αν δεν είχε ήδη παίξει) δε θέλω να υποχρεώσω κανέναν (ούτε τους τρεις προηγούμενους), σκεφτόμενος ότι σε κάποια άτομα δεν αρέσουν τα blogoπαίχνιδα και κάποια άλλα μπορεί να μην έχουν όρεξη να παίξουν τη δεδομένη στιγμή. Έτσι λοιπόν η πρόσκληση είναι ανοιχτή. Όσοι από τους δεξιά θέλουν, θα είναι χαρά μου να παίξουν.

15 Σεπ 2008

Το τρίο κι οι τρεις ευχές (3.5)

Τρεις φίλοι. Τρεις υπολογιστές. Τρεις κάμερες. Τρία μικρόφωνα. Τρεις ευχές.

«Ψιιιιιιιτ!!! Είστε εκεί;» φωνάζει ο Γιώργος.
«Τι φωνάζεις ρε αγόρι μου; Κουφοί είμαστε;» παίρνει απάντηση από τον Πέτρο.
«Ελέγχω ρε παπάρα να δω αν με ακούτε και με βλέπετε. Ο άλλος συνδέθηκε; Γιατί δε μιλάει;»
«Πουτάνα τεχνολογία!» μονολογεί ο Σάκης πιο πολύ προς τον εαυτό του παρά ως απάντηση προς τους άλλους. «Και γιατί δε βρεθήκαμε να τα πούμε από κοντά και στεκόμαστε σαν τους χαζούς μπροστά από αυτά τα μηχανήματα του διαβόλου;» απευθύνεται στη συνέχεια ξεκάθαρα προς τους άλλους.
«Δε προλαβαίναμε. Αφού θα τα πούμε το βράδυ από κοντά. Λοιπόν, τώρα που βρεθήκαμε πρέπει να κάνουμε τρεις ευχές.»
«Για την προσκλησούλα μιλάς; Που πρέπει να κάνουμε μία ευχή για μας, μία για τους φίλους και μία για τους εχθρούς μας;» ρωτάει για επιβεβαίωση ο Πέτρος ενώ είναι σίγουρος.
«Α μπράβο» τον σιγουρεύει ο Γιώργος παρόλο που ήταν σίγουρος ότι ο Πέτρος ήταν σίγουρος.
«Τι είναι αυτά ρε παιδιά; Εγώ γιατί δεν έχω ιδέα;» απορεί ο Σάκης.
«Θα σου εξηγήσουμε το βράδυ» δίνει μια πρόχειρη εξήγηση ο Γιώργος. «Στο θέμα μας τώρα. Ποιος θα ξεκινήσει; Άντε Πέτρο. Ξεκίνα με την ευχή για μας.»

«Ωραία ωραία. Το ’χω. Η ευχή είναι : Να συνεχίσουμε να είμαστε.»
«Τι;» ρωτάνε οι άλλοι δύο ταυτόχρονα και τα ψηφιακά πακέτα φωνής στο διαδίκτυο πήραν φωτιά.
«Τι τι ρε βλάκες; Δεν έχει συνέχεια. Να συνεχίσουμε να είμαστε. Τελεία. Δεν έχει άλλο. Το αφήνουμε έτσι. Μυστήριο» αναλύει στους ανέπνευστους, την εμπνευσμένη ευχή του ο Πέτρος.
«Α καλά! Θα μας πάρουν με τις λεμονόκουπες» φοβάται ο Σάκης.
«Αυτό βλέπω κι εγώ» προβλέπει το μέλλον ο Γιώργος.
«Ρε άι σηχτίρ. Να δω και τις δικές σας. Έλα Γιωργάκη, για κάνε την ευχή για τους φίλους» διώχνει τα φώτα της δημοσιότητας από πάνω του ο Πέτρος και τα κατευθύνει προς το Γιώργο.

«Έχουμε και λέμε. Η ευχή για τους φίλους είναι : Να συνεχίσουν να μας αντέχουν.»
«Γιατί ρε; Τι έχουμε και πρέπει να μας αντέχουν; Μια χαρά παιδιά είμαστε» το λέει και δεν το πιστεύει ο Σάκης.
«Έτσι νομίζεις;» επεμβαίνει ο Πέτρος.
«Όχι» απαντάει ο Σάκης «απλά κάποιος έπρεπε να το πει. Έτσι για την τιμή των όπλων. Μην πάμε και αμαχητί.»
«Κυριλέ. Συμφωνούμε όλοι. Άντε Σάκη, η ευχή για τους εχθρούς έμεινε. Σειρά σου» προτρέπει ο Γιώργος.

«Λοιπόν» παίρνει το σοβαρό του αυτός. «Η ευχή για τους εχθρούς μας είναι : Να είναι καλοί κι άξιοι εχθροί για να έχει ενδιαφέρον.»
«Είσαι μεγάλος αγόρι μου» επικροτεί το φίλο του ο Πέτρος.
«Ό,τι και να πω είναι λίγο. Απλά χειροκροτώ» κι όντως χειροκροτούσε ο Γιώργος.

«Άσε τα παλαμάκια ρε αποτυχία. Λοιπόν μάγκες την κάνω. Μπαίνω για μπανάκι και τα λέμε το βράδυ στο Γκάζι» σφυρίζει τη λήξη ο Πέτρος.
«Καλώς. Τα λέμε παίδες» χαιρετάει πηγαίνοντας προς τα αποδυτήρια ο Γιώργος.
«Θα είναι και το τζίνι μαζί μας το βράδυ;» αναρωτιέται μόνος του στη σέντρα ο Σάκης.

Λίγο κουκουρούκου. Ένα σφύριγμα παιχνιδιάρηδες. Μια φάση μαλάκες. Αλλά ωραία τυπάκια!

Αυτό το έκτακτο video conference πραγματοποιήθηκε μετά από πρόσκληση της dot. Δηλαδή η dot κάλεσε εμένα κι εγώ παρέπεμψα την πρόσκληση στο τρίο. Όσοι από τους δεξιά διάβασαν αυτή την ανάρτηση, δεν έχουν παίξει κι έχουν όρεξη να το κάνουν, ας το κάνουν.. Καλή εβδομάδα σε όλους!