Και να ήθελε να κουνηθεί δε θα μπορούσε. Είναι πολύ στριμωγμένος εκεί που κάθεται. Δε θυμάται πως βρέθηκε σ’ αυτό το αφιλόξενο μέρος μαζί με τόσους άλλους. Προσπαθεί αλλά δε μπορεί να θυμηθεί. Θέλει με όλη τη δύναμή του να καταλάβει αλλά δεν τα καταφέρνει. Το μόνο που του ερεθίζει τις σκέψεις του είναι η γνώση ότι κάποτε ήταν διασκορπισμένος σε πολλά σημεία. Χωρίς σχέδια, χωρίς σκοπό. Κάπως όμως ολοκληρώθηκε, χωρίς να θυμάται το πώς. Κι ενώ αυτό θα έπρεπε να είναι καλό, δεν του προσφέρει καμία ανακούφιση. Θέλει να θυμηθεί αλλά δε μπορεί κι αυτό τον κάνει να αισθάνεται ακόμη χειρότερα.
Το έδαφος που ακουμπάει είναι άσπρο. Σαν το παρελθόν του. Γύρω του οι όμοιοί του. Κανείς δε μιλάει. Αλλά τώρα ξέρει ότι δεν είναι επιλογή τους. Κι αυτός εδώ και ώρα προσπαθεί να μιλήσει, να ρωτήσει, να ζητήσει αλλά δε βγαίνει κανένας ήχος. Δε μπορεί. Στην κατάσταση που είναι δεν έχει τη δυνατότητα να μιλήσει. Θέλει να επικοινωνήσει αλλά δε μπορεί. Είναι εγκλωβισμένος στον εαυτό του και τις σκέψεις του. Και δε μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό. "Τι μου συμβαίνει ρε γαμώτο;" σκέφτεται δυνατά αλλά δεν ακούγεται τίποτα. Κανένας από τους άλλους δε μπορεί να του μιλήσει, πόσο μάλλον να τον καταλάβει. Ή μήπως όλοι τον καταλαβαίνουν γιατί νιώθουν το ίδιο; Δεν ξέρει κι απ’ ό,τι φαίνεται δε θα μάθει ποτέ.
Προσπαθεί να κοιτάξει προς τα πάνω. Χαμηλός φωτισμός και στην άκρη του οπτικού του πεδίου κάτι σιγοκαίει. Περίεργα πράγματα. Αν απομονώσει όλους τους άλλους η ατμόσφαιρα θα έπρεπε να ήταν ευχάριστη. Αλλά αυτός δεν αισθάνεται καθόλου καλά. Κι όσο περνάει η ώρα όχι μόνο μεγαλώνει η αγωνία του αλλά και το κρύο που νιώθει. Έχει αρχίσει να χάνει κάθε ίχνος αισιοδοξίας που θα μπορούσε να ανακαλύψει και να απελπίζεται. Μέχρι που.
Μέχρι που αρχίζει να νιώθει κάτι ωραίο. Δεν ξέρει τι είναι ακριβώς αλλά κάτι ανακουφιστικό αρχίζει να γίνεται. Προσπαθεί να το προσδιορίσει. Δεν είναι σίγουρος αλλά νομίζει ότι κάποιοι όμοιοί του αρχίζουν να φεύγουν. Ναι αυτό είναι. Γιατί έχει αρχίσει να νιώθει λίγο πιο χαλαρά. Λίγο πιο άνετα. Το κρύο δε σταματά αλλά τουλάχιστον τώρα είναι πιο άνετα. Αρχίζει να παίρνει τα πάνω του. Αφού φεύγουν κάποιοι αυτό σημαίνει ότι κάποια στιγμή θα φύγει κι αυτός. Και δύσκολα θα βρεθεί σε χειρότερο μέρος από αυτό που είναι τώρα.
Η ώρα περνάει και τώρα έχουν μείνει λίγοι. Εκεί όμως που θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένος γιατί δεν αργεί και η σειρά του να φύγει, έχει αρχίσει να αγχώνεται. Ο χρόνος που πέρασε τον έβαλε σε σκέψεις. "Που πάνε οι άλλοι; Είναι όντως καλύτερα εκεί που πάνε; Και γιατί αυτό το κρύο δε σταματάει με τίποτα; Και γιατί ακόμη κανένας δε μπορεί να μιλήσει; Τι συμβαίνει; Τι με περιμένει; Ποιος; Γιατί; Έχω πειράξει κανένα; Έχω φταίξει σε τίποτα; Δε μπορεί κάποιος να μου δώσει να καταλάβω; Ζητάω πολλά;".
Χαμένος στις σκέψεις του αργεί να συνειδητοποιήσει ότι έχει μείνει μόνος του μέχρι που κάτι απροσδιόριστο τον αρπάζει και αρχίζει να αιωρείται. Φοβάται. Προσπαθεί να ουρλιάξει αλλά δεν ακούγεται τίποτα. Πλησιάζει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, χωρίς να το θέλει αλλά και χωρίς να μπορεί να το ελέγξει, κι όταν απομακρύνεται έχει μείνει μισός. Μισός. Είναι τρομοκρατημένος. Φωνάζει με όλη του τη δύναμη. Δε πονάει γιατί το κρύο πλέον είναι απόλυτο. Αρχίζει να κινείται και πάλι. Στον αέρα. Μια ανώτερη δύναμη τον κινεί και αυτός δε μπορεί να κάνει τίποτα. Θέλει να δραπετεύσει σαν τρελός αλλά δε μπορεί. Δεν είναι πλέον στις δυνάμεις του. Ποτέ δεν ήταν.
Τώρα βρίσκεται σε κάτι σκοτεινό με κάτι άσπρους σταλακτίτες και σταλαγμίτες να κρέμονται απειλητικοί γύρω γύρω. Αρχίζουν να ανεβοκατεβαίνουν και να κατακρεουργούν το σώμα του. Εξακολουθεί να μη νιώθει πόνο αλλά τώρα ξέρει ότι ήρθε το τέλος του. Οριστικά. Και για πρώτη φορά αφήνεται. Μόνο τότε, μια στιγμή ακριβώς πριν το τέλος, συνειδητοποιεί την ύπαρξή του. Καταλαβαίνει το λόγο που συμβαίνουν όλα αυτά. Η τελευταία σκέψη του πριν χαθεί για πάντα στο έρεβος είναι: "Ήμουν άραγε ένας απλός ντολμάς ή ένα νόστιμο ντολμαδάκι;".
Την ίδια στιγμή ένα ζευγάρι, σε ένα δείπνο υπό το φως κεριών.
Γυναίκα: Μωρό μου μπορεί να κρυώσανε αλλά ήταν πεντανόστιμα τα ντολμαδάκια σου! Δεν έπρεπε να μοιραστούμε το τελευταίο.
Άντρας: Χαχα.. Πλεονέκτρα μου εσύ! Αφού σου το ’χα πει. Τα ντολμαδάκια είναι η σπεσιαλιτέ μου!