Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστοριες Ι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστοριες Ι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Ιαν 2009

..προς το άγνωστο.

Τρεις γυναίκες είχε μέχρι τώρα.

Η πρώτη, του έδωσε πνοή. Τον πήρε στην αγκαλιά της και φύσηξε μέσα του. Αυτός αφέθηκε σε κάθε της κίνηση. Έπαιρνε άπληστα τη ζωή της και ξεπλήρωνε με στιγμές. Κένταγε με τη χρυσή βελόνα της πάνω στο σώμα του κι αυτός χάζευε τα σχέδια. Του άρεσε ν’ ανακατεύει τα χρώματα και να τα καταπίνει. Για να είναι πιο δύσκολο την επόμενη φορά. Να μπαίνει πιο βαθιά μέσα του για το επόμενο σχέδιο. «Ιερεμία, θα είμαι δίπλα σου για πάντα» του είχε πει κάποτε και τον έχασε. Δεν πίστευε στο "για πάντα". Δυο τόσο απλές λέξεις που μόνο να τις αισθανθείς μπορείς, όχι να τις πεις.

Η δεύτερη, πορεύθηκε μαζί του. Τον ακολουθούσε σε κάθε του βήμα. Αθόρυβα. Ύπουλα. Τον τάιζε σπόρους λουλουδιών. Άλλοτε φύτρωναν μπουμπούκια που άνθιζαν κι ευωδίαζαν κι άλλοτε μόνο αγκάθια που του ξέσκιζαν τα σωθικά. Αυτή ήξερε κι αυτός νόμιζε ότι διάλεγε. Έπαιζε σε όλα της τα παιχνίδια. Στα στημένα παιχνίδια που αυτή τράβαγε τους κλήρους. Πότε τον χάιδευε απαλά με τα χέρια της και πότε τον βασάνιζε με το ραβδί της. «Ιερεμία, να ξέρεις ότι – » ξεκίνησε να του λέει. «Δε θέλω να ξέρω πια» τη διέκοψε και της γύρισε την πλάτη. Δεν την ξαναείδε ποτέ.

Η τρίτη, του πήρε τα πάντα. Έμεινε μαζί του για λίγο αλλά έφερε το αναπόφευκτο. Τον κάρφωνε με το βλοσυρό της βλέμμα αλλά αυτός κοίταγε αλλού. Του ξέσκιζε τα όνειρα με τα κοφτερά της δόντια αλλά αυτός έκανε άλλα. Του έγδερνε το σώμα με τα μεγάλα βρώμικα νύχια της κι αυτός έφτιαχνε σχέδια με το αίμα. Του θύμιζε τ' αγκάθια κι αυτός σκεφτόταν τα λουλούδια. Τον έβαζε να παίζει με τα αιχμηρά της αντικείμενα και διασκέδαζε. «Ιερεμία, ήρθε η στιγμή για το ψαλίδι» του είπε μια μέρα και συμπλήρωσε «αλλά αυτή τη φορά θα παίξω εγώ». Κι έτσι έγινε. Πρώτα έπαιξε και μετά έκοψε.

Τώρα ο Ιερεμίας είναι μόνος του. Είναι στην είσοδο της πολυκατοικίας του και δεν ξέρει τι να κάνει. Ν' ανέβει σπίτι ή να περπατήσει; Κοιτάει προς τα πάνω και χαμογελάει. Σε λίγο βραδιάζει. Ανάβει τσιγάρο και ξεκινάει..

Για μια στιγμή μόνο σκέφτηκε τις τρεις ερωμένες του.
Κλωθώ, Λάχεση κι Άτροπος ήταν τα ονόματά τους.

31 Αυγ 2008

The Blue Notebooks

"Blue Notebooks"
"On the Nature of Daylight"
"Horizon Variations"
"Shadow Journal"
"Iconography"
"Vladimir's Blues"
"Arboretum"
"Old Song"
"Organum"
"Trees"
"Written on the Sky"


Ο Ιερεμίας γύρισε σπίτι του. Ξημερώματα. Έφυγε από εκεί που ήταν γιατί δε μπορούσε να κάτσει άλλο. Κάτι τον πλάκωνε. Κάτι τον έπνιγε. Γινόταν όλο και πιο δυνατό και δε μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Σηκώθηκε και χωρίς να μιλήσει, έφυγε. Άρχισε να περπατάει χωρίς κάποιο προορισμό. Κοιτούσε το δρόμο που πέρναγε από κάτω του. Την κουρασμένη άσφαλτο. Τα βρώμικα πεζοδρόμια. Τα μελαγχολικά αδέσποτα. Τα χαμένα σκουπίδια. Η άκρη του ματιού του έπιασε ένα ξεσκισμένο μπλε τετράδιο. Θυμήθηκε τα μαθητικά του χρόνια. Νοστάλγησε. Ωραία ήταν τότε. Ένα απότομο φρενάρισμα διέκοψε τις σκέψεις του. Το καθιερωμένο μπινελίκι έσβησε τη νοσταλγία του.

Δεν τον πείραξε. Συνέχισε να περπατάει. Χωρίς προορισμό. Απλά ήξερε ότι κάποια στιγμή θα φτάσει. Άρχισε να ξημερώνει. Οι αποχρώσεις του γκρι έγιναν πιο έντονες. Πολυκατοικίες, κάγκελα, αυτοκίνητα. Τσιμέντο, μέταλλο, άσφαλτος. Ζούσε σε μια ασπρόμαυρη ταινία. Αναρωτήθηκε πώς θα ήταν τώρα η φύση στο πρώτο φως της ημέρας. Σκέφτηκε τη φύση του φωτός. Μπερδεύτηκε. Σήκωσε για πρώτη φορά το κεφάλι του κι έψαξε για τον ορίζοντα. Δεν ήταν πουθενά. Πόσο χαζός ήταν. Πως θα μπορούσε να τον δει; Χαμήλωσε το βλέμμα του. Θυμήθηκε ένα νησί, ένα βουνό, μια παραλία, ένα λόφο. Εκεί τον είχε δει. Το ίδιο πράγμα αλλά τόσο διαφορετικό κάθε φορά. Τόση ποικιλία που θα μπορούσε να χορτάσει την ανθρωπότητα.

Συνέχισε. Τον οδηγούσαν τα βήματά του κι όχι το αντίθετο. Στο βάθος μια εφημερίδα ήταν κρεμασμένη από ένα σκοινί σαν σφαχτό από το τσιγκέλι. Η σκιά της δημιουργούσε ένα περίεργο σχήμα στο πεζοδρόμιο. Κάλυπτε λίγο από τη βρωμιά του. Κάτι βρώμικο κάλυπτε λίγη βρωμιά. Πιο χρήσιμη η σκιά της από την ίδια την εφημερίδα. Έφτασε στη γωνία, έστριψε και παραλίγο να συγκρουστεί με τον περιπτερά που κρέμαγε και τα άλλα σφαχτά. «Καλημέρα» του είπε αμήχανα. «Που την είδες;» τον χτύπησε με άπερκατ ο περιπτεράς. «Κάπου εδώ» αμύνθηκε ο Ιερεμίας. «Άσε μας ρε αγόρι μου πρωινιάτικα» συνέχισε με ένα δεξί κροσέ ο άλλος. «Μα δε σας κράτησα ποτέ» απέφυγε το χτύπημα ο Τζέρεμι αλλά το καμπανάκι του γύρου είχε ήδη χτυπήσει και μιλούσε στην πλάτη του συμπαθέστατου κατά τα άλλα πυγμάχου. Έμεινε μόνος με τις κρεμασμένες εφημερίδες. Καλά τους έκανε σκέφτηκε. Κάτι θα κάνανε για να τις κρεμάσει. Έριξε μια ματιά στα εξώφυλλα. Γεμάτα εικόνες. Σαν πίνακες σε μουσείο τέχνης. Και οι δημοσιογράφοι σαν άλλοι εικονογράφοι να δίνουν τις δικές τους ερμηνείες για το τι θέλει να πει ο καλλιτέχνης.

Έφυγε. Τον έπιασε μια μελαγχολία. Το φως δυνάμωνε δειλά δειλά αλλά οι αποχρώσεις του γκρι έμεναν γενναία στη θέση τους. Θυμήθηκε το φίλο του το Βλαδίμηρο. Είχε χρόνια να τον δει. Όταν δεν ήταν καλά συνήθιζε να πηγαίνει στο βοτανικό κήπο. Μιλούσε στα δέντρα και τα φυτά και αισθανόταν καλύτερα. Ένας ακόμη τρελός ή ήξερε κάτι που όλοι οι άλλοι αγνοούσαμε; Δε θα το μάθαινε ποτέ. Συνέχισε αναπολώντας τις στιγμές του με το Βλαδίμηρο. Ξαφνικά σταμάτησε να περπατά. Συνειδητοποίησε ότι ήταν στην είσοδο της πολυκατοικίας του. Πως είχε γίνει αυτό; Δεν του έμενε τίποτα άλλο παρά να ανέβει σπίτι.

Ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα. Το σκοτάδι τον χτύπησε κατάμουτρα. Δεν άναψε το φως. Άνοιξε το πατζούρι και βγήκε στη βεράντα. Ακούμπησε τα κάγκελα και άναψε ένα από τα τελευταία τσιγάρα της ημέρας. Όχι αυτής που έρχεται. Αυτής που έφυγε. Στην πρώτη τζούρα άκουσε από μια διπλανή βεράντα ένα ξυπνητήρι. Ο ήχος του πέρασε από τα αυτιά του, τον χάιδεψε και εισέβαλε στον εγκέφαλό του. Μέσα στο κεφάλι του ακούστηκε σαν ένα παλιό αγαπημένο τραγούδι. Οι φωνές από μια άλλη βεράντα δεν τον ενόχλησαν. Το αντίθετο. Συμπλήρωναν με φωνητικά τη μελωδία που έπαιζε μέσα του. Ενίσχυαν την αρμονία. Ο γείτονας δεν ξύπναγε και οι φωνές δυνάμωναν. Το κομμάτι έφτανε στην κορύφωσή του. Υπέροχο.

Κοίταξε κάτω. Το δρόμο. Ούτε ένα δέντρο. Που ήταν κρυμμένα; Όλα στο βοτανικό κήπο ήταν; Μόνο στο Βλαδίμηρο μιλούσαν; Κάποτε υπήρχαν μερικά δεντράκια στα πεζοδρόμια. Μικρά, ταλαιπωρημένα, αφυδατωμένα, χαρακωμένα, βρώμικα, άλλα με γκρίζα φύλλα, άλλα με γυμνά κλαδιά. Αλλά υπήρχαν. Να σου θυμίζουν κάτι. Ό,τι ήθελες εσύ. Ήταν εκεί και στο θύμιζαν. Απογοητεύτηκε. Λίγο.

Κοίταξε πάνω. Τον ουρανό. Είχε ξημερώσει. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος. Τουλάχιστον αυτή η μικρή λωρίδα ουρανού που μπορούσε να δει από τη βεράντα του. Ένα κατάλευκο σύννεφο φαινόταν στο βάθος. Μια πισίνα με το μοναδικό της κολυμβητή, σκέφτηκε. Το σύννεφο είχε περίεργο σχήμα. Δεν ήξερε πως μπορεί να είναι ένα φυσιολογικό σχήμα για ένα σύννεφο. Πάντως αυτό ήταν περίεργο. Κάτι ήθελε να πει. Κάτι ήθελε να γράψει στον ουρανό. Έμεινε να το κοιτάει. Θα περίμενε μέχρι να μπορεί να διαβάσει το μήνυμά του..

Ιστορία; Δισκοκριτική; Και τα δύο; Τίποτα από τα δύο; Όπως και να ’χει, είναι αυτό που βιώνει ο Ιερεμίας, ακούγοντας το δίσκο The Blue Notebooks του Max Richter, αναζητώντας την ηρεμία. Του.