Με την οικογένεια δεν είχε ποτέ κανένα πρόβλημα. Μπορεί κάποιες φορές να ήταν το μαύρο πρόβατο. Αλλά ήταν το αγαπημένο τους πρόβατο. Αυτό που ξεχώριζε από το κοπάδι. Που έδινε χρώμα και λίγο περισσότερο νόημα στη ζωή τους. Τη ζωντάνια που, ίσως, τους έλειπε κάποιες φορές. Χαρούμενο περιβάλλον δημιουργεί χαρούμενους ανθρώπους. Έτσι δεν είναι;
Ήταν πάντα καλός μαθητής. Πιο πολύ έξυπνος παρά διαβασμένος. Μπορούσε να καταλάβει τα κουμπιά των άλλων και να τα πατήσει όταν ακριβώς χρειαζόταν. Αλανάκι στις παρέες κι ο αγαπημένος των καθηγητών. Δύσκολος συνδυασμός. Ακροβατούσε, ρίσκαρε αλλά έβγαινε πάντα κερδισμένος. Ή σχεδόν πάντα. Στη σούμα πάντως ήταν από πάνω. Αν ξέρεις να παίζεις στο τέλος θα κερδίσεις. Έτσι δε λένε;
Φοιτητικά χρόνια στο Πολυτεχνείο. Πέρασε κατά τύχη. Δεν τα υπολόγιζε έτσι. Αλλά δεν τον χάλασε. Εκεί διάβαζε και λιγάκι. Ακριβώς τόσο, όσο χρειαζόταν. Όχι για να μάθει. Για να ξεμπερδεύει. Όμορφα χρόνια. Γνωριμίες, φιλίες, αλητείες, κρεπάλες, άγχη, στριμοκωλιές, γέλια, κλάματα, χαρές, λύπες. Απ’ όλα είχε ο μπουφές. Έτσι δεν έπρεπε;
Μετά; Μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. Να μην ταξιδέψει και λίγο; Να μην πάρει ένα πτυχιάκι παραπάνω; Τσάμπα είναι. Ή σχεδόν τσάμπα. Εδώ τα πράγματα πιο δύσκολα. Αλλά αυτός δε μάσησε. Φοιτητικά χρόνια σε μικρογραφία. Τώρα διάβαζε όμως. Δεν του άρεσαν αυτά που καταλάβαινε αλλά συνέχισε. Αφού μπήκε στο χορό θα χορέψει. Μέχρι το τέλος. Έτσι δεν κάνουν;
Επιστροφή στα πάτρια εδάφη. Ήρθε η ώρα να εκπληρώσει το χρέος στη μαμά. Όχι τη βιολογική, την άλλη. Πόσο μπορεί να κακοπεράσει ένας αόρατος φαντάρος όταν έχει ένα μικρό βύσμα και χρόνια προϋπηρεσία στο να βρίσκει κουμπιά και να τα πατάει την κατάλληλη στιγμή; Ένα χρονάκι ζάχαρη με όλα τα έξοδα πληρωμένα. Έτσι δε συνηθίζεται;
Τώρα ήρθε η ώρα για σοβαρή δουλειά. Να βγάλει το ψωμί του. Να ζήσει. Δούλος του προτζεκταριάτου. Αλλά είπαμε. Έξυπνο παλικάρι αυτός. Ξεχώρισε. Ανέβηκε. Έφτιαξε την ομάδα του. Και τώρα κάθεται να απολαμβάνει τον ιδρώτα των άλλων όπως κάποτε, κάποιοι άλλοι, ξεδιψούσαν με τον δικό του. Έτσι δε συμβαίνει;
Όλα αυτά τα χρόνια οι γυναίκες δε λείψανε από το πλευρό του. Πέρασε καλά. Πέρασε άσχημα. Πλήγωσε. Πληγώθηκε. Μέχρι να γνωρίσει τη μία. Τη μοναδική. Τη δικιά του. Και να φτιάξει μαζί της τη ζωή του. Και τη δικιά της. Να της χαρίσει συναισθηματική πληρότητα και να πιστέψει ότι θα τη βρει κι αυτός. Έτσι δεν ξεκινάνε;
Πολλές πράξεις. Λίγα λόγια.
Όλα με σκοπό. Τίποτα με άλλοθι.
Πάντα μπροστά. Ποτέ πίσω.
Δημιούργησε μόνος του έναν αξιοθαύμαστο γυάλινο κόσμο. Τον δικό του γυάλινο κόσμο. Έλιωσε το ακατέργαστο γυαλί με τη φωτιά που έκαιγε μέσα του. Του χάρισε την πνοή του όχι μόνο για να του δώσει σχήμα αλλά και ζωή. Τα τακτοποίησε όλα όπως ήθελε. Με σειρά. Με τάξη. Καθάρια. Διάφανα. Και τα τοποθέτησε σε μια αρένα ταυρομαχίας. Με τον ίδιο στο κέντρο της. Γύρω τους χιλιάδες άνθρωποι ζητωκραυγάζουν. Άλλοι με δέος. Άλλοι με φθόνο. Ανυπομονούν. Περιμένουν την έναρξη της μάχης. Κανείς όμως δεν ξέρει ότι αυτός είναι ο ταύρος.
Κι ο ταυρομάχος είναι νεκρός από καιρό..
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρες Ιστοριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρες Ιστοριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
24 Οκτ 2008
19 Οκτ 2008
ΜΙ(α): Απόδραση
Ξύπνησε. Είναι νωρίς ακόμη. Χαράματα. Το ελάχιστο φως διακρίνεται με δυσκολία από το κλειστό παντζούρι. Δε σαλεύει. Ασυναίσθητα παίρνει βαθιά ανάσα και την κρατάει. Για όσο αντέχει. Την κρατάει. Κι άλλο. Λίγο ακόμη. Το οξυγόνο έχει στηθεί στα τρία μέτρα μέσα στους πνεύμονές του. Πυρ κατά βούληση. Εκτελείται με συνοπτικές διαδικασίες. Η τελευταία κυψελίδα ασφυκτιά. Τα μάτια σκοτεινιάζουν. Ο εγκέφαλος ουρλιάζει στ’ αυτιά του. Ησυχία. Λίγο ακόμη. Μπορεί. Κι εκπνέει.
Γυρνάει το σώμα του. Δίπλα του μια φιγούρα. Τα σκεπάσματα ανεβοκατεβαίνουν ρυθμικά πάνω της. Κοιμάται ακόμη. “Γιατί;” σκέφτεται. “Τι δουλειά έχει εδώ;”. Θυμάται ότι ήταν δική του ιδέα να μείνει. Κάτι μαλακίες που κάνει ώρες ώρες. Είναι γυμνή. Όπως κι αυτός. Το μυαλό του δε νιώθει τίποτα. Ένας πολτός χωρίς άρωμα, χωρίς γεύση, χωρίς τίποτα. Το σώμα μουδιασμένο. Εκτός από το πέος του. Αυτό είναι σκληρό. Περιθωριοποιημένο από το υπόλοιπο σώμα. Ακολουθώντας τους δικούς του κανόνες. Την πλησιάζει. Την αγγίζει. Χωρίς χάδια. Χωρίς ίχνος τρυφερότητας. Απλά για να την ευθυγραμμίσει μ’ αυτόν. Δε θέλει να κάνουν έρωτα. Δε θέλει να κάνουν σεξ. Δε θέλει να γαμηθούν. Θέλει να γαμήσει. Όχι την ίδια. Τον εαυτό του.
Με μια απότομη κίνηση μπαίνει μέσα της. Σταματάει όταν είναι όλος μέσα. Αισθάνεται στιγμιαία μια ζεστασιά που του γαργαλάει τις αισθήσεις. Η μόνη παραφωνία στα κτηνώδη ένστικτα. Εκείνη ξυπνάει και ανταποκρίνεται. Έχει αρχίσει να υγραίνεται. Η ανάσα της γίνεται πιο βαθιά και το σώμα της βολεύεται για να τον πάρει κι άλλο μέσα. Δε μιλάει. Ευτυχώς γι’ αυτόν. Δεν είχε όρεξη για κουβέντες. Αρχίζει να κινείται. Στην αρχή σιγά σιγά και μετά πιο γρήγορα. Αυτή δείχνει να το ευχαριστιέται. Κάνει μια κίνηση για ν’ αλλάξουν στάση. Αυτός την πιάνει με βία για να την κρατήσει εκεί που είναι. Το προηγούμενο βράδυ είχαν γαμηθεί με όλους τους πιθανούς τρόπους. Τώρα ήθελε απλά να χύσει. Να γαμήσει όχι μόνο τον εαυτό του αλλά και τα συναισθήματά του και μετά να χύσει. Ξερά. Και το κάνει. Πετάει το σπέρμα του πάνω στο σεντόνι. Ανάμεσά τους. Ένας υγρός λεκές για να τους χωρίζει. Μια άσπρη λιμνούλα λευκού, αλλά όχι αγνού, σπέρματος που θα μπορεί να πνίξει τις σκέψεις του.
Εκείνη δε κουνιέται. Μένει με γυρισμένη την πλάτη. Αυτός σηκώνεται. Κανείς δε μιλάει. Φοράει τα πεταμένα ρούχα στο πάτωμα. Φεύγοντας από το δωμάτιο της λέει να κοιμηθεί γιατί είναι νωρίς ακόμη και κλείνει την πόρτα. Ποτέ δεν είδε τα δάκρυα που έσταξαν από τα μάτια της. Και να τα ’βλεπε δε θα είχε καμία διαφορά. Δεν ήταν πάντα έτσι. Ή μάλλον δεν ήταν ποτέ έτσι. Ένα αδιάφορο τσογλάνι που δε δίνει σημασία σε τίποτα.
Έξω αρχίζει να ξημερώνει. Όλα τα παντζούρια του σπιτιού είναι κλειστά. Δεν είναι ώρα για εξαγνισμό. Πηγαίνει στην κουζίνα και φτιάχνει μηχανικά ένα ξέπλυμα που το ονομάζει καφέ. Κάθεται στον υπολογιστή. Βάζει μουσική. Χαμηλά. Όχι για να μην ξυπνήσει την κοπέλα που, μάλλον, κοιμάται στο δωμάτιο. Γιατί τον πονάνε τ’ αυτιά. Το μυαλό του δεν έχει σταματήσει να ουρλιάζει. Ανοίγει ένα νέο αρχείο. Μια λευκή σελίδα μπροστά του που τον τυφλώνει. Ένας κέρσορας πάνω αριστερά που αναβοσβήνει. Σαν να σηματοδοτεί μια αντίστροφη μέτρηση. Για κάτι. Δέκα. Εννιά. Οχτώ. Εφτά. Έξι. Πέντε. Τέσσερα. Τρία. Δύο. Ένα. Τι θα γίνει στο Μηδέν;
Στρίβει τσιγάρο. Το ανάβει παίρνοντας μια βαθιά τζούρα. Την κατεβάζει και την κρατάει μέσα του. Αντί να τη βγάλει παίρνει μια ακόμη ανάσα. Πίνει μια γουλιά από το ξέπλυμα, με τον καπνό να τυλίγει τους πνεύμονες και να τους καίει. Καταπίνει κι εκπνέει. Αρχίζει να γράφει. Γράμματα που σχηματίζουν λέξεις. Λέξεις που σχηματίζουν προτάσεις. Προτάσεις που σχηματίζουν το τίποτα.
Πληκτρολογεί χωρίς να σκέφτεται. Είχε ξεχάσει ότι υπήρχε κι άλλος άνθρωπος στο σπίτι μέχρι που την είδε μπροστά του. “Θα φύγω” του λέει. “Να προσέχεις” της απαντά σαν ηλίθιος μαλάκας που είναι. “Θα σε ξαναδώ;” τον ρωτάει. Για ποιο λόγο σκέφτεται αυτός αλλά το μόνο που της λέει είναι “Είσαι σίγουρη ότι το θες;”. Δεν παίρνει απάντηση. Ακούει μόνο το κλείσιμο της πόρτας. Και πάλι μόνος. Αλλά πότε είχε παρέα τον τελευταίο καιρό;
ΑΑΑαααΑΑΑαααΑΑΑαααΑΑΑααα! Το μυαλό συνεχίζει να ουρλιάζει. Αλλά δεν ακούγεται τίποτα εκτός από τις μελαγχολικές νότες της μουσικής. Κι αυτός συνεχίζει να γράφει. Προσπαθεί να ξορκίσει τους δαίμονές του. Αυτούς που κρέμονται από τις βλεφαρίδες του. Παίζουν και διασκεδάζουν. Έχουν στήσει γιορτή μπροστά από τα μάτια του. Τα κλείνει. Τ’ ανοίγει. Ακόμη εκεί είναι.
Οι ώρες περνάνε. Μπροστά από τον υπολογιστή. Το ξέπλυμα αντικαταστάθηκε με νέο ξέπλυμα. Το τασάκι γέμισε και άδειασε μόνο και μόνο για να ξαναγεμίσει. Ο δίσκος είναι στο repeat όλη μέρα. Δε θα μπορούσε ν’ ακούσει τίποτα άλλο σήμερα. Δεν θα ήθελε. Το κινητό και το σταθερό έχουν χτυπήσει πολλές φορές. Δε τα σήκωσε καμιά. Δε θέλει να μιλήσει σε κανέναν και για τίποτα. Δεν έχει όρεξη. Σήμερα αποφάσισε να μη φορέσει τη μάσκα του. Να την αφήσει στην άκρη να σαπίσει όπως και το πρόσωπό του. Αύριο μπορεί. Αύριο μπορεί να την πάρει πάλι, να την καθαρίσει, να τη σκουπίσει, να τη γυαλίσει και να τη φορέσει να βγει στον έξω κόσμο. Μπορεί. Σήμερα όμως όχι. Σήμερα θέλει να καθρεφτίζονται τα στραπατσαρισμένα μούτρα του στο μουντό φως της οθόνης. Να αχνοφαίνονται ακριβώς πίσω από τις λέξεις χωρίς νόημα.
Βράδιασε και κοντεύει να ξημερώσει. Ακόμη μπροστά από την οθόνη. Τσιγάρο. Καφές. Λέξεις. Δαίμονες. Σηκώνεται και πάει να ξαπλώσει. Δε νυστάζει αλλά θέλει να κοιμηθεί. Πριν πέσει στο κρεβάτι βλέπει στο κέντρο του έναν ξεραμένο άσπρο λεκέ. Έναν άσπρο λεκέ πάνω στο μπλε σεντόνι. Θέλει να τ’ αλλάξει. Θέλει να διώξει τη μυρωδιά του χθεσινού βραδιού. Τους ήχους. Τις αναμνήσεις. Δεν το κάνει. Ξαπλώνει και βάζει το κεφάλι του πάνω στο ξεραμένο σπέρμα. Ενώνεται μ’ ένα χαμένο κομμάτι του εαυτού του. Ενός εαυτού που είχε γαμήσει με απάθεια μόλις πριν λίγες ώρες. Κλείνει τα μάτια του.
Το ουρλιαχτό σταματάει για πρώτη φορά. Ακούει ένα νεογέννητο μωρό να κλαίει παλεύοντας να πάρει την πρώτη του ανάσα. Ξέρει ότι δεν είναι παιδί πια. Η αθωότητα έχει χαθεί. Γνωρίζει ότι δε μπορεί να γυρίσει πίσω το χρόνο. Παραμένει όμως προσκολλημένος στο παρελθόν. Δε μπορεί να σταματήσει ν’ αναρωτιέται τι άλλο θα μπορούσε να γίνει. Αφήνει το τίποτα να ματώσει μέσα στο τίποτα. Το μόνο που πραγματικά θέλει αυτή τη στιγμή είναι ν’ αποκοιμηθεί. Και να ονειρευτεί ότι δραπετεύει..
Γυρνάει το σώμα του. Δίπλα του μια φιγούρα. Τα σκεπάσματα ανεβοκατεβαίνουν ρυθμικά πάνω της. Κοιμάται ακόμη. “Γιατί;” σκέφτεται. “Τι δουλειά έχει εδώ;”. Θυμάται ότι ήταν δική του ιδέα να μείνει. Κάτι μαλακίες που κάνει ώρες ώρες. Είναι γυμνή. Όπως κι αυτός. Το μυαλό του δε νιώθει τίποτα. Ένας πολτός χωρίς άρωμα, χωρίς γεύση, χωρίς τίποτα. Το σώμα μουδιασμένο. Εκτός από το πέος του. Αυτό είναι σκληρό. Περιθωριοποιημένο από το υπόλοιπο σώμα. Ακολουθώντας τους δικούς του κανόνες. Την πλησιάζει. Την αγγίζει. Χωρίς χάδια. Χωρίς ίχνος τρυφερότητας. Απλά για να την ευθυγραμμίσει μ’ αυτόν. Δε θέλει να κάνουν έρωτα. Δε θέλει να κάνουν σεξ. Δε θέλει να γαμηθούν. Θέλει να γαμήσει. Όχι την ίδια. Τον εαυτό του.
Με μια απότομη κίνηση μπαίνει μέσα της. Σταματάει όταν είναι όλος μέσα. Αισθάνεται στιγμιαία μια ζεστασιά που του γαργαλάει τις αισθήσεις. Η μόνη παραφωνία στα κτηνώδη ένστικτα. Εκείνη ξυπνάει και ανταποκρίνεται. Έχει αρχίσει να υγραίνεται. Η ανάσα της γίνεται πιο βαθιά και το σώμα της βολεύεται για να τον πάρει κι άλλο μέσα. Δε μιλάει. Ευτυχώς γι’ αυτόν. Δεν είχε όρεξη για κουβέντες. Αρχίζει να κινείται. Στην αρχή σιγά σιγά και μετά πιο γρήγορα. Αυτή δείχνει να το ευχαριστιέται. Κάνει μια κίνηση για ν’ αλλάξουν στάση. Αυτός την πιάνει με βία για να την κρατήσει εκεί που είναι. Το προηγούμενο βράδυ είχαν γαμηθεί με όλους τους πιθανούς τρόπους. Τώρα ήθελε απλά να χύσει. Να γαμήσει όχι μόνο τον εαυτό του αλλά και τα συναισθήματά του και μετά να χύσει. Ξερά. Και το κάνει. Πετάει το σπέρμα του πάνω στο σεντόνι. Ανάμεσά τους. Ένας υγρός λεκές για να τους χωρίζει. Μια άσπρη λιμνούλα λευκού, αλλά όχι αγνού, σπέρματος που θα μπορεί να πνίξει τις σκέψεις του.
Εκείνη δε κουνιέται. Μένει με γυρισμένη την πλάτη. Αυτός σηκώνεται. Κανείς δε μιλάει. Φοράει τα πεταμένα ρούχα στο πάτωμα. Φεύγοντας από το δωμάτιο της λέει να κοιμηθεί γιατί είναι νωρίς ακόμη και κλείνει την πόρτα. Ποτέ δεν είδε τα δάκρυα που έσταξαν από τα μάτια της. Και να τα ’βλεπε δε θα είχε καμία διαφορά. Δεν ήταν πάντα έτσι. Ή μάλλον δεν ήταν ποτέ έτσι. Ένα αδιάφορο τσογλάνι που δε δίνει σημασία σε τίποτα.
Έξω αρχίζει να ξημερώνει. Όλα τα παντζούρια του σπιτιού είναι κλειστά. Δεν είναι ώρα για εξαγνισμό. Πηγαίνει στην κουζίνα και φτιάχνει μηχανικά ένα ξέπλυμα που το ονομάζει καφέ. Κάθεται στον υπολογιστή. Βάζει μουσική. Χαμηλά. Όχι για να μην ξυπνήσει την κοπέλα που, μάλλον, κοιμάται στο δωμάτιο. Γιατί τον πονάνε τ’ αυτιά. Το μυαλό του δεν έχει σταματήσει να ουρλιάζει. Ανοίγει ένα νέο αρχείο. Μια λευκή σελίδα μπροστά του που τον τυφλώνει. Ένας κέρσορας πάνω αριστερά που αναβοσβήνει. Σαν να σηματοδοτεί μια αντίστροφη μέτρηση. Για κάτι. Δέκα. Εννιά. Οχτώ. Εφτά. Έξι. Πέντε. Τέσσερα. Τρία. Δύο. Ένα. Τι θα γίνει στο Μηδέν;
Στρίβει τσιγάρο. Το ανάβει παίρνοντας μια βαθιά τζούρα. Την κατεβάζει και την κρατάει μέσα του. Αντί να τη βγάλει παίρνει μια ακόμη ανάσα. Πίνει μια γουλιά από το ξέπλυμα, με τον καπνό να τυλίγει τους πνεύμονες και να τους καίει. Καταπίνει κι εκπνέει. Αρχίζει να γράφει. Γράμματα που σχηματίζουν λέξεις. Λέξεις που σχηματίζουν προτάσεις. Προτάσεις που σχηματίζουν το τίποτα.
Πληκτρολογεί χωρίς να σκέφτεται. Είχε ξεχάσει ότι υπήρχε κι άλλος άνθρωπος στο σπίτι μέχρι που την είδε μπροστά του. “Θα φύγω” του λέει. “Να προσέχεις” της απαντά σαν ηλίθιος μαλάκας που είναι. “Θα σε ξαναδώ;” τον ρωτάει. Για ποιο λόγο σκέφτεται αυτός αλλά το μόνο που της λέει είναι “Είσαι σίγουρη ότι το θες;”. Δεν παίρνει απάντηση. Ακούει μόνο το κλείσιμο της πόρτας. Και πάλι μόνος. Αλλά πότε είχε παρέα τον τελευταίο καιρό;
ΑΑΑαααΑΑΑαααΑΑΑαααΑΑΑααα! Το μυαλό συνεχίζει να ουρλιάζει. Αλλά δεν ακούγεται τίποτα εκτός από τις μελαγχολικές νότες της μουσικής. Κι αυτός συνεχίζει να γράφει. Προσπαθεί να ξορκίσει τους δαίμονές του. Αυτούς που κρέμονται από τις βλεφαρίδες του. Παίζουν και διασκεδάζουν. Έχουν στήσει γιορτή μπροστά από τα μάτια του. Τα κλείνει. Τ’ ανοίγει. Ακόμη εκεί είναι.
Οι ώρες περνάνε. Μπροστά από τον υπολογιστή. Το ξέπλυμα αντικαταστάθηκε με νέο ξέπλυμα. Το τασάκι γέμισε και άδειασε μόνο και μόνο για να ξαναγεμίσει. Ο δίσκος είναι στο repeat όλη μέρα. Δε θα μπορούσε ν’ ακούσει τίποτα άλλο σήμερα. Δεν θα ήθελε. Το κινητό και το σταθερό έχουν χτυπήσει πολλές φορές. Δε τα σήκωσε καμιά. Δε θέλει να μιλήσει σε κανέναν και για τίποτα. Δεν έχει όρεξη. Σήμερα αποφάσισε να μη φορέσει τη μάσκα του. Να την αφήσει στην άκρη να σαπίσει όπως και το πρόσωπό του. Αύριο μπορεί. Αύριο μπορεί να την πάρει πάλι, να την καθαρίσει, να τη σκουπίσει, να τη γυαλίσει και να τη φορέσει να βγει στον έξω κόσμο. Μπορεί. Σήμερα όμως όχι. Σήμερα θέλει να καθρεφτίζονται τα στραπατσαρισμένα μούτρα του στο μουντό φως της οθόνης. Να αχνοφαίνονται ακριβώς πίσω από τις λέξεις χωρίς νόημα.
Βράδιασε και κοντεύει να ξημερώσει. Ακόμη μπροστά από την οθόνη. Τσιγάρο. Καφές. Λέξεις. Δαίμονες. Σηκώνεται και πάει να ξαπλώσει. Δε νυστάζει αλλά θέλει να κοιμηθεί. Πριν πέσει στο κρεβάτι βλέπει στο κέντρο του έναν ξεραμένο άσπρο λεκέ. Έναν άσπρο λεκέ πάνω στο μπλε σεντόνι. Θέλει να τ’ αλλάξει. Θέλει να διώξει τη μυρωδιά του χθεσινού βραδιού. Τους ήχους. Τις αναμνήσεις. Δεν το κάνει. Ξαπλώνει και βάζει το κεφάλι του πάνω στο ξεραμένο σπέρμα. Ενώνεται μ’ ένα χαμένο κομμάτι του εαυτού του. Ενός εαυτού που είχε γαμήσει με απάθεια μόλις πριν λίγες ώρες. Κλείνει τα μάτια του.
Το ουρλιαχτό σταματάει για πρώτη φορά. Ακούει ένα νεογέννητο μωρό να κλαίει παλεύοντας να πάρει την πρώτη του ανάσα. Ξέρει ότι δεν είναι παιδί πια. Η αθωότητα έχει χαθεί. Γνωρίζει ότι δε μπορεί να γυρίσει πίσω το χρόνο. Παραμένει όμως προσκολλημένος στο παρελθόν. Δε μπορεί να σταματήσει ν’ αναρωτιέται τι άλλο θα μπορούσε να γίνει. Αφήνει το τίποτα να ματώσει μέσα στο τίποτα. Το μόνο που πραγματικά θέλει αυτή τη στιγμή είναι ν’ αποκοιμηθεί. Και να ονειρευτεί ότι δραπετεύει..
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)