22 Απρ 2014

Το τρίο και το τέλος..

Σκοτάδι. Απόλυτο. Ο Γιώργος είναι μόνος του. Δε βλέπει τίποτα. Περπατάει. Στα τυφλά. Κουνάει τα πόδια του χωρίς να ξέρει που θα τον βγάλει το επόμενο βήμα. Φοβάται. Θέλει να σταματήσει αλλά δε μπορεί. Κάτι τον σπρώχνει να συνεχίσει. Το έδαφος είναι νοτισμένο. Σαν να έχει βρέξει. Μπορεί ακόμη να ακούσει τον ήχο της βροχής. Αλλά οι σταγόνες δε φτάνουν σ’ αυτόν. Είναι ξυπόλητος. Κρυώνει. Θέλει να σταματήσει. Αλλά κάνει ένα ακόμη βήμα. Σκουντάει κάπου. Είναι τραχύ και ψηλό. Προσπαθεί να κρατήσει την ψυχραιμία του. Ψηλαφίζει αυτό που σκούντηξε. Είναι ένα δέντρο.

Σιγά σιγά αρχίζει να καταλαβαίνει τι γίνεται. Είναι σε ένα δάσος. Βρέχει. Το φύλλωμα των δέντρων είναι τόσο πυκνό που δεν αφήνει τη βροχή να φτάσει στο έδαφος. Η υγρασία είναι μεγάλη. Γι’ αυτό έχει παγώσει. Αναρωτιέται πως βρέθηκε εκεί. Ο φόβος αρχίζει να γίνεται τρόμος. Αλλά κάτι του λέει να συνεχίσει. Για κάποιο λόγο είναι εκεί. Πρέπει να συνεχίσει και κάπου θα βγει τελικά.

Από μακριά ακούγονται κάτι φωνές. Νομίζει ότι είναι φωνές. Αρχίζει να κατευθύνεται προς τα εκεί. Με μικρά και προσεκτικά βήματα. Πλησιάζει και οι φωνές δυναμώνουν. Παρατηρεί. Ένα αχνό φως έρχεται από το βάθος. Πρέπει να υπάρχει ένα ξέφωτο εκεί. Συνεχίζει. Οι φωνές δυναμώνουν αλλά εξακολουθεί να μη βλέπει κανέναν.

Συνεχίζει. Δε μπορεί να αισθανθεί τα πόδια του από το κρύο αλλά συνεχίζει. Είναι τρομοκρατημένος. Αλλά συνεχίζει. Πλησιάζει προς το ξέφωτο. Οι φωνές αρχίζουν να γίνονται ξεκάθαρες. Δεν είναι φωνές. Είναι κλάματα. Από πού ακούγονται όμως; Δε μπορεί να δει κανέναν. Για μια στιγμή του φάνηκε ότι είδε κάποιες σκυμμένες μαυροφορεμένες φιγούρες να περπατάνε στο βάθος. Ανοησίες. Απλά το μυαλό του παίζει με τα μάτια του.

Παίρνει βαθιά ανάσα και συνεχίζει. Πλησιάζει προς το ξέφωτο. Τώρα που τα δέντρα είναι πιο αραιά αρχίζει να νιώθει πάνω του τις σταγόνες της βροχής. Κοιτάζει αυθόρμητα προς τα πάνω. Ανοίγει το στόμα. Για κάποιο λόγο θέλει να γευτεί τις σταγόνες της βροχής. Έχουν περίεργη γεύση. Αυτό δεν είναι βροχή. Αυτά που γεύτηκε ήταν δάκρυα. Έχει να κλάψει από μικρό παιδί αλλά ακόμη θυμάται τη γεύση τους. Είναι δάκρυα.

Κάτι συμβαίνει. Επιταχύνει το βήμα του κι ας φοβάται. Βγαίνει στο ξέφωτο. Δεν υπάρχει κανείς. Εκτός από κάτι που είναι στο κέντρο του. Φαίνεται σα βράχος. Αλλά έχει περίεργο σχήμα. Πλησιάζει. Όσο μειώνει την απόσταση άλλο τόσο θέλει να απομακρυνθεί. Όμως συνεχίζει. Κλείνει τα μάτια. Περπατάει στα τυφλά. Θέλει να σταματήσει. Αλλά συνεχίζει. Αγχώνεται. Αλλά συνεχίζει. Πανικοβάλλεται. Αλλά συνεχίζει. Δε θέλει. Αλλά συνεχίζει. Είναι μούσκεμα μέχρι το κόκαλο και κρυώνει. Αλλά συνεχίζει. Έχει κακό προαίσθημα. Αλλά συνεχίζει. Χτυπάει κάπου. Σταματάει. Δε θέλει να ανοίξει τα μάτια. Αλλά τα ανοίγει.

Μια άμορφη μάζα από μέταλλα, πλαστικά και λάστιχα.

Ξυπνάει απότομα. Μούσκεμα από τον ιδρώτα. Είναι σπίτι του. Μόνος του. Μέσα στο σκοτάδι. Αμέσως ανακουφίζεται. Αισθάνεται πολύ περίεργα. Το κεφάλι του είναι πολύ βαρύ. Αλλά ευτυχώς ήταν μόνο ένα όνειρο. Χαλαρώνει. Παίρνει το κινητό του από το κομοδίνο και πληκτρολογεί ένα μήνυμα.

Μήνυμα Γιώργου προς Σάκη.
Τσογλάνι πρόσεχε με τη μηχανή γιατί είδα ένα κωλοόνειρο και αγχώθηκα. Το ξέρω ότι θα με κράζεις κι ότι αυτά είναι μαλακίες, αλλά εσύ πρόσεχε. Άντε τα λέμε αύριο.

Περίμενε να έρθει η αναφορά. Ήρθε. Ηρέμησε. Θέλει να σηκωθεί να κάνει ένα τσιγάρο να του φύγει η ένταση. Για κάποιο όμως ανεξήγητο λόγο δε μπορεί να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά. Νυστάζει. Πολύ. Ξαναξαπλώνει. Πριν ακόμη ακουμπήσει το κεφάλι του στο κρεβάτι τον έχει πάρει πάλι ο ύπνος.

Όταν ακούμπησε το κεφάλι του ένα δάκρυ έσταξε στο μαξιλάρι. Μετά από πολλά χρόνια ένα δάκρυ έφυγε από τα μάτια του. Ένα δάκρυ που σχημάτισε μια μικρή στρογγυλή στάμπα. Αλλά δεν έχασε τη μορφή του. Ούτε την υπόστασή του. Συνέχισε την πορεία του. Προς το ξέφωτο.

Ο Πέτρος είναι σπίτι του. Μόνος του. Στη βεράντα. Κάνει κρύο. Κρυώνει. Αλλά δεν τον νοιάζει. Δεν το καταλαβαίνει. Έχει να κοιμηθεί δυο μέρες. Δεν έχει φάει τίποτα. Αλλά δεν τον νοιάζει. Είναι ακουμπισμένος στον τοίχο της βεράντας. Έχει κουλουριαστεί και αγκαλιάζει τα γόνατά του. Στο χέρι του καίγεται ένα τσιγάρο. Όποτε το θυμάται παίρνει μια τζούρα. Όποτε έχει την ανάσα να το κάνει.

Δυο μέρες. Άυπνος και νηστικός. Το μόνο που κάνει είναι να καπνίζει και να πετάει τα πλαστικά ποτήρια με τα απομεινάρια του κρύου καφέ και του ξεραμένου αφρού. Πονάει. Όχι σωματικά όμως. Δεν ξέρει τι να κάνει. Αγγίζει το πρόσωπό του. Είναι υγρό. Από τα δάκρυα. Ξεσπάει σε λυγμούς. Άθελά του. Χωρίς να το ελέγχει. Σταματάει. Σκουπίζεται. Σηκώνεται όρθιος. Ανάβει ένα ακόμη τσιγάρο. Πηγαίνει προς τα κάγκελα της βεράντας. Ακουμπάει. Στηρίζεται με τους αγκώνες του.

Χαζεύει το δρόμο. Οι λάμπες είναι καμένες. Είναι σκοτεινά. Όπως κι οι σκέψεις του. Από μακριά ακούει τους ήχους της πόλης. Μιας πόλης που δεν κοιμάται ποτέ. Μιας ζωντανής πόλης. Τα δάκρυα εμφανίζονται πάλι. Αυτή τη φορά χωρίς αναφιλητά, χωρίς λυγμούς, χωρίς κλάματα. Χωρίς τίποτα. Απλά φεύγουν από τα μάτια του. Και ταξιδεύουν προς το κενό. Σχηματίζουν λίγες πιτσιλιές στο πεζοδρόμιο. Πιτσιλιές που είναι θέμα λίγων στιγμών να εξαφανιστούν. Δε αντέχει να σκέφτεται. Δε θέλει. Τινάζεται απότομα και πηγαίνει προς τα μέσα σκουπίζοντας το πρόσωπό του. Ψάχνει το κινητό του. Το βρίσκει. Στέλνει ένα μήνυμα. Στο Σάκη.

Μήνυμα Πέτρου προς Σάκη.
Που είσαι ρε φιλαράκι;

Του έρχεται η αναφορά. Δεν ξέρει πως να αντιδράσει. Πετάει το κινητό στον τοίχο με όλη του τη δύναμη. Σπάει σε πολλά κομμάτια. Δεν τον ενδιαφέρει. Εύχεται να μπορούσε να πάει να κοιμηθεί. Έστω και για λίγο. Δε μπορεί. Εύχεται να μπορούσε να πάρει χάπια. Όπως κι ο Γιώργος. Δε μπορεί. Να τον πείσουν να τα πάρει. Να τον ξεγελάσουν. Όπως κάνανε και με το Γιώργο. Δεν τα κατάφεραν.

Ξαναβγαίνει στη βεράντα. Ακουμπάει στον τοίχο. Ανάβει τσιγάρο. Αγκαλιάζει τα πόδια του. Βάζει το κεφάλι του ανάμεσα στα γόνατά του. Σε μια βεράντα της Αθήνας, ένα έμβρυο, μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι, δακρύζει σιωπηλά.

Εθνική οδός. Στροφή. Δρόμος. Στην άκρη του δρόμου αγριόχορτα. Ανάμεσα στα αγριόχορτα μια σπασμένη ζελατίνα κράνους. Δίπλα ένα σκισμένο τσαντάκι. Λίγο πιο κει ένα πακέτο Davidoff White. Δίπλα από το πακέτο ένα κινητό. Είναι εκεί δυο μέρες τώρα. Έχουν σφηνωθεί μέσα στα αγριόχορτα που τα προστατεύουν από τον αέρα. Είναι εκεί να θυμίζουν κάτι. Κάτι που έγινε.

Το κινητό είναι ακόμη ανοιχτό. Χτυπάει. Μήνυμα. Δεν είναι κανείς εκεί να το διαβάσει. Χτυπάει πάλι. Αυτή τη φορά είναι προειδοποίηση ότι η μπαταρία τελειώνει. Σε λίγα δευτερόλεπτα ξαναχτυπάει. Μήνυμα. Κανείς. Χτυπάει προειδοποιητικά για τελευταία φορά. Και σβήνει. Όπως έσβησε και η ζωή του Σάκη στο ασθενοφόρο. Στο δρόμο για το νοσοκομείο. Ένα ζεστό βράδυ του χειμώνα που είχε βγει για βόλτα με τη μηχανή. Όπως είχε κάνει τόσες άλλες φορές. Για να σκεφτεί όλα αυτά που τον απασχολούν. Τώρα πια δε χρειάζεται. Είναι ήρεμος. Όπου κι αν είναι. Εδώ και δυο μέρες.

Οι δύο φίλοι έκαναν αρκετό καιρό να ξαναβρεθούν. Δε μπορούσαν να αντικρίσουν ο ένας τον άλλο ξέροντας ότι δε μπορεί να είναι μαζί τους και ο Σάκης. Πέρασε καιρός και ξαναβρέθηκαν. Ποτέ δε ξέχασαν το φίλο τους. Πάντα τον είχαν μαζί τους. Κάθε φορά που έπιναν καφέ, ένα γαλακτομπουρεκάκι σε υγρή μορφή τους συνόδευε. Κάθε φορά που έτρωγαν μαζί, μια κόκα λάιτ ήταν πάνω στο τραπέζι. Κάθε φορά που έβγαιναν για ποτό, ένα HAIG με πάγο ήταν μέσα την παραγγελία τους. Κάθε φορά που ήταν κάπου και κάπνιζαν, ένα Davidoff White ήταν στηριγμένο στο τασάκι που χρησιμοποιούσαν.

Κάθε φορά που κάναν κάτι μαζί, υπήρχε κάτι για να τον έχουν μαζί τους. Συνέχισαν και δημιούργησαν τη ζωή τους. Οι δυο τους. Παρέα με τον τρίτο. Μέχρι το τέλος. Αλλά όλα αυτά είναι άλλες ιστορίες..

Τρία τυπάκια. Απλά τυπάκια. Αλλά ωραία τυπάκια!

Αυτή η ιστορία είναι για τους παλιούς αλλά όχι ξεχασμένους φίλους!
Σας ευχαριστώ πολύ για όλα!
Να είστε όλοι καλά..


9 Οκτ 2009

Με νοιάζει όμως

Σκόρπιες σκέψεις. Πεταμένα χαρτιά. Χυμένα μελάνια. Ένα μαρκαδοράκι κι ένα μολύβι χωρίς μύτη. Ένα πληκτρολόγιο με δεκαεφτά γράμματα, τρία σημεία στίξης και το enter. Μα τι διάολο έγινε; Εγώ κάτι θυμάμαι. Δεν τα είχα αφήσει έτσι. Τέσπα. Δεν ξέρω.

Το τρίο που πήγε; Κάπου σε ένα νησί το είχα αφήσει. Γυρίσανε; Δεν ξέρω. Και δε με έχουν πάρει ούτε ένα τηλέφωνο. Καλά τσογλάνια είναι κι αυτά. Ο άλλος; Ο Ιερεμίας; Άλλος αυτός. Που διάολο γυρνοβολάει κι έχει χαθεί; Θα γυρίσει άραγε; Δεν ξέρω. Εκείνες τις μικρές ιστορίες με κουρασμένους αντιήρωες και άθλια σκηνικά; Που θα τις βρω; Θα καταφέρω να τις γράψω; Δεν ξέρω. Την όρμηση; Τα αληρήματα; Κάτι λίγες εκτροπές και μερικές εξηγήσεις; Τις ατυπίες και τις αφωνίες; Που θα τα χωρέσω όλα αυτά έχοντας μόνο ένα Παρ; Δεν ξέρω. Τα νέα; Εδώ χαμογέλασα λιγάκι. Παρόλα αυτά πως θα τα πω ενώ μου φαίνονται όλα παλιά; Δεν ξέρω.

Θα καταλάβουν κάποιοι πόσο πολύ μου έλειψε το γράψιμό τους; Δεν ξέρω. Η παρέα τους μέσα από τα blog τους; Δεν ξέρω. Έχει νόημα να τους αναφέρω έναν έναν; Δεν ξέρω. Δε μπορώ όμως να μην αναρατωτηθώ. Η Αναστασία ξέρει πόσο πολύ την εκτιμώ κι ας μην είχα καταφέρει (μέχρι πριν λίγο καιρό) να της πω ούτε ένα απλό ευχαριστώ; Δεν ξέρω. Η Κυρά ξέρει πόσο πολύ με βοήθησε στο παρελθόν; Την έχω κάνει να το καταλάβει; Θα το κάνω; Δεν ξέρω. Υπήρξα έστω και για μια στιγμή καλός/σωστός σε κάποια άτομα που πραγματικά γουστάρω κι έχουν σπαταλήσει στο παρελθόν στιγμές ενδιαφέροντος για μένα; Δεν ξέρω.

Η κλεψύδρα του χρόνου που πήγε; Δεν ξέρω. Πάντως θυμάμαι ότι την είχα βολέψει καλά μέσα στην τρύπια τσέπη μου. Τελικά θα καταφέρω να κάνω ένα βήμα χωρίς να πατήσω τη σκιά μου; Δεν ξέρω. Το προσπαθώ εδώ και καιρό αλλά όλο από κάτω μου τη βρίσκω. Θα μου φύγει επιτέλους η ψευδαίσθηση του ελεύθερου χρόνου για να κάνω όλα αυτά που θέλω να κάνω; Δεν ξέρω. Τα νούφαρα θα αντέξουν το βάρος μου; Δεν ξέρω.

Δεν είναι σαχλαμάρα να εξαφανίζεσαι (ξαφνικά), να εμφανίζεσαι και μετά από λίγο να ξαναεξαφανίζεσαι (ακόμη πιο ξαφνικά) για να ξαναεμφανιστείς; Αυτό το ξέρω. Είναι!

Όλα τα άλλα (στην πορεία) θα τα μάθω..

3 Ιουν 2009

Το τρίο κι η κουμπαριά (10)

Ένα βράδυ στο Λυκαβηττό αποφασίστηκε. Μάλλον πρωί ήταν. Το θέμα είναι ότι μετά από πολλή κουβέντα και ακόμη πιο πολλά τσιγάρα, τα μιλήσανε. Τα συμφωνήσανε, όπως λέει και το άσμα. Με την πρώτη ευκαιρία θα την κάνανε. Θα πήγαιναν ένα μίνι ταξιδάκι. Έστω και για μια μέρα. Να αλλάξουν παραστάσεις. Να δουν κάτι καινούριο. Να ξεφύγει λίγο το μυαλό τους στην τελική, για να μη σκέφτονται αυτά που τους πονάνε. Και μπορεί να μην είναι πολλά αυτά που πονάνε. Αλλά πονάνε πολύ. Τα άτιμα.

Η ευκαιρία παρουσιάστηκε. Μπορεί να μην ήταν η ιδανική αλλά ήταν εκεί και την άρπαξαν. Προορισμός η Αίγινα. Θα ήταν ψιλοάδεια γιατί πιάσανε τα κρύα. Αλλά τι να λέει; Δεν πήγαιναν για τον κόσμο. Κανονίστηκε λοιπόν στο πιτς φιτίλι κι ας μην ήξεραν τι είναι αυτό το πιτς. Ο Γιώργος με τον Πέτρο θα φτάνανε στην Αίγινα το μεσημεράκι για να βρουν και δωμάτιο να μείνουν. Ο Σάκης θα τελείωνε κάτι δουλειές που είχε και θα έφευγε με το μεσημεριανό πλοίο για να τους βρει. Όλα κομπλέ.

«Έλα ρε. … Ναι, μην αγχώνεσαι. … Basilaki’s rooms στην Αγιά Μαρίνα. … Άντε, σε περιμένουμε. … Τα λέμε.» Ο Γιώργος κλείνει το τηλέφωνο και γυρνάει προς τον Πέτρο. «Σε κανά τριωράκι το πολύ θα είναι εδώ. Εμείς τι θα κάνουμε;»
«Θα σου έλεγα να πάμε για κανά ταβλάκι αλλά θα είναι μαλακία να ρίχνουμε εμείς τα ζάρια» απαντάει προβληματισμένος αυτός. «Μήπως να την πέσουμε για κανάν υπνάκο;»
«Ρε λες;»
Και το είπε. Βάλανε τα λιγοστά πράγματα στην άκρη και την πέσανε για κανά δυωράκι. Για να φτιάξουν επιδερμίδα μέχρι να έρθει ο άλλος. Ούτε ρούχα βγάλανε, ούτε τίποτα. Να είναι σε ετοιμότητα για κάθε ενδεχόμενο. Παν ενδεχόμενο και παπαριές. Απλά βαριόντουσαν να ξεντυθούν.

Για δύο ώρες πέσανε αλλά πέντε περάσανε. Και κάτι λεπτά και κάτι λίγα από τα άλλα, τα δευτερόλεπτα. Αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες. Σημασία έχει ότι κοιμήθηκαν σαν αρνάκια άσπρα και παχιά, της μάνας τους καμάρι, για πέντε ώρες. Πρώτος ξυπνάει ο Γιώργος. Κοιτάει το ρολόι του και ανασκουμπώνεται. Σκουντάει τον Πέτρο δίπλα του, που ακόμη κοιμάται τον ύπνο του δικαίου, ενώ παράλληλα ψάχνει το κινητό του. Το βρίσκει, το ελέγχει και δε βλέπει καμία κλήση. “Τι έγινε ο άλλος;” σκέφτεται. «Ρε παπάρα κοίτα λίγο το κινητό σου. Μας έπαιρνε ο άλλος και δεν το πήραμε χαμπάρι;» ρωτάει με την κάτω σιαγόνα του να κάνει φιλότιμες προσπάθειες να ακουμπήσει το στήθος του. Χασμουριόταν ντε, απλά είπα να το πω πιο ποιητικά. Ο παπάρας όμως έχει γυρίσει πλευρό, έχει τουρλώσει κωλαράκι και προσπαθεί να βολευτεί για να γίνει και πάλι καμάρι της μαμάς του. Ο Γιώργος νευριάζει με τον Πέτρο γιατί ανησυχεί για το Σάκη, μπέρδεμα, κι ελέγχει μόνος του το κινητό του κοιμισμένου. Καμία κλήση κι εκεί. Έτσι, το ένα εκ των δύο αρνιών, το ξύπνιο, παίρνει κατευθείαν το κινητό του για να πάρει το απολωλό πρόβατο.

«Οοοχιιι;» απαντά μετά από δύο χτυπήματα ο Σάκης. Έτσι σηκώνει αυτός τα τηλέφωνα. Αφού τα έχουμε ξαναπεί. Το θέμα είναι ότι το είπε με έναν ανάλαφρο και, ίσα που να τον πεις, αισθησιακό τρόπο.
«Έλα ρε αγόρι μου. Που είσαι τόσες ώρες;» ρωτάει κατευθείαν ο Γιώργος με μια δόση ανακούφισης χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία στη χροιά του Σάκη. Θα καταλάβει όμως αργότερα.
«Πόσες ώρες;»
«Πολλές. Που είσαι ρε;»
«Εδώ.»
«Που εδώ;»
«Εκεί.»
«Με δουλεύεις ρε μαλάκα;»
«Ποτέ δε θα έκανα κάτι τέτοιο.»
«Ωραία, που είσαι τότε;»
«Εκεί που είσαι κι εσύ.»
«Και γιατί δε σε βλέπω;»
«Δεν ξέρω τι εννοείς. Εγώ πάντως εννοώ την Αίγινα» δίνει κι εξηγήσεις, τρομάρα να του ’ρθει.
«Έφτασες δηλαδή;»
«Ε τι λέμε τόση ώρα;»
«Μακάρι να ’ξερα» κι αλήθεια δεν πολυήξερε και τι λέγανε τόση ώρα. Έκανε όμως φιλότιμες προσπάθειες να καταλάβει. «Ωραία ας το πάρουμε από την αρχή.»
«Ό,τι θέλει το φιλαράκι μου.»
«Έφτασες Αίγινα;»
«Αμέ.»
«Και που είσαι;»
«Αν σου πω εδώ, θα τσατιστείς;» κάνει και χούμορ.
«Κι όχι μόνο.»
«Εντάξει, εντάξει. Στην Αγιά Μαρίνα είμαι.»
«Τα δωμάτια τα βρήκες;»
«Όχι. Δεν ήξερε κανένας τα δωμάτια του Γιάννη.»
«Ποιανού Γιάννη ρε μαλάκα; Basilaki’s rooms σου είπα.»
«Ααααααααα» κάνει ότι κατάλαβε.
«Σάκη αγόρι μου, μεθυσμένος είσαι;» ρωτάει ο Γιώργος λες και δεν το ’χε καταλάβει.
«Δε με λες και ξεμέθυστο» απαντάει κι ο Σάκης για να επισφραγίσει το συμπέρασμα.
«Πολύ ωραία.»
«Μόνο ωραία;»
«Συγκεντρώσου ρε να συνεννοηθούμε.»
«Ό.τι θέλει ο Γιωργάκης μου.» Αφού είναι υπάκουο παιδί. Τι να λέμε τώρα;
«Από την αρχή.»
«Να το πάρουμε από τη μέση γιατί την αρχή την κάναμε δυο φορές αλλά δε βγάλαμε άκρη;» Κι όμως αυτό είπε μες στη μέθη του. Μέθη; Υπερβολές. Μια χαλαρή και ανάλαφρη ευδιαθεσία είχε ο άνθρωπος. Όπως τότε με τους τραμπούκους.
«Ρε μαλάκα συγκεντρώσου λίγο και πες μου που είσαι.»
«Σ’ ένα μεζεδοπωλείο.»
«Σε ποιο;»
«Στα Ατσαλένια Πιρούνια.»
«Μα είναι όνομα τώρα αυτό;» Άκου που κόλλησε ο άλλος τέτοια ώρα. Εδώ δε μπορούν να συνεννοηθούν για τα απλά, τα εικαστικά σχόλια τους μαράνανε.
«Άντε ντε» απαντάει κι ο άλλος. Λες κι είναι καλύτερος.
«Και πως βρέθηκες εκεί ρε άνθρωπε;» δεν άντεξε να μη ρωτήσει.
«Μπήκα να ρωτήσω που είναι τα δωμάτια του τέτοιου, πως τον είπες, και ξέμεινα.»
«Ωραία. Ερχόμαστε τώρα με τον Πέτρο, που κοιμάται σα βόδι, να σε βρούμε.» Ο Πετράκης που δεν είχε κουνήσει ούτε βλέφαρο κατά τη διάρκεια της ομολογουμένως τελικά πετυχημένης συνομιλίας πήρε προαγωγή. Από αρνάκι έγινε βόδι. Και μοσχαναθρεμένο μάλιστα.

Με τα πολλά, για να μη σας κουράζω, αφού ρωτήσανε τη μαμά του Basilaki στην είσοδο, ξεκίνησαν για τα Ατσαλένια Πιρούνια. Καθώς πλησιάζανε παρατήρησαν ότι το μαγαζί είναι άδειο, εκτός από δύο άτομα που κάθονταν στα τραπεζάκια που ήταν έξω. Ο ένας ήταν ο δικός τους. Ο άλλος ήταν ένας μεγάλος, και σε σωματότυπο και σε ηλικία, τύπος. Κι αυτά τα δύο άτομα μιλάγανε και πίνανε από κάτι σφηνοπότηρα. Φτάνουν και στέκονται δίπλα από το τραπέζι τους. Ο μεγάλος γυρνάει και με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη του τους καλωσορίζει. «Αααππ. Να τα και τα κουμπαράκια» τους λέει και αμέσως σηκώνεται και πάει προς τα μέσα.
Ο Πέτρος κοιτάει το Σάκη και απορεί. «Ποια κουμπαράκια; Τι λέει αυτός ρε;»
Ο Σάκης κοιτάει τον Πέτρο και εξηγεί. Στο περίπου. «Απ’ ότι έχω καταλάβει μου προξενεύει την κόρη του ή την ανιψιά του, δεν είμαι και πολύ σίγουρος, γιατί με έχει κόψει και πολύ γαμώ τα παιδιά. Κι επειδή τόση ώρα του μίλησα και για σας αποφασίσαμε ότι εσείς θα μας παντρέψετε.» Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.
Πριν προλάβουν οι άλλοι να αρχίσουν τις ερωτήσεις σκάει μύτη. Μη βάζετε πράγματα με το νου σας. Ούτε η κόρη ούτε η ανιψιά έσκασε μύτη. Ο κυρ Μιχάλης ήταν, ο ιδιοκτήτης των Ατσαλένιων Πιρουνιών, με δύο καθαρά σφηνοπότηρα και μια καινούρια καράφα με τσιπουράκι παραγωγής του. «Άντε κουμπαράκια μου, βολευτείτε κι εσείς να τα πιούμε.»

Δεν έμενε τίποτα άλλο παρά να βολευτούν κι αυτοί για να τα πιούνε. Κι όσο αυτοί τα πίνουν και λένε τα δικά τους, ας σας πω εγώ τι έγινε. Στο περίπου πάντα. Κοντολογής. Φτάνοντας ο Σάκης στην Αγιά Μαρίνα μπαίνει στο μεζεδοπωλείο να ρωτήσει που είναι τα δωμάτια του τέτοιου. Ο κυρ Μιχάλης ήταν μόνος του, ψιλοβαριόταν κιόλας, και μόλις είδε το Σάκη χάρηκε. Σαν φιλόξενος άνθρωπος που είναι κι αφού δεν ήξερε πραγματικά ποιανού τέτοιου δωμάτια έψαχνε ο Σάκης, τον έψησε να κάτσει να τον κεράσει ένα τσιπουράκι και θα τη βρουν την άκρη. Ο Σάκης δεν ήθελε και πολύ να πειστεί. Θα έπινε το τσιπουράκι του και μετά θα έπαιρνε τηλέφωνο τους άλλους για να μάθει. Έλα όμως που μαζί με το αλκοόλ σκάσανε και κάτι μεζεδάκια και στρογγυλοκάθησαν. Άρχισαν την κουβέντα. Το ’να έφερνε τ’ άλλο και μίλησαν και για γυναίκες. Ο κυρ Μιχάλης αποδείχθηκε χήρος εδώ και λίγα χρόνια κι ο Σάκης ζωντοχήρος εδώ και λίγους μήνες. Κάπου εκεί συμπόνεσε ο μεγάλος τον μικρό και για να τον παρηγορήσει άρχισε γι’ αστείο να του προξενεύει την κόρη του ή την ανιψιά του. Ποτέ δεν διευκρινίστηκε αυτό. Οι κουμπάροι πάντως κλείσανε. Πιο μετά ήρθαν κι οι άλλοι δύο. Το τσίπουρο έρεε, τα πιάτα αδειάζανε και η κουβέντα συνεχίστηκε. Γι’ αρκετή ώρα.

Σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται κι άλλοι πελάτες. Όχι πολλοί. Ίσα ίσα να πηγαινοέρχεται ο κυρ Μιχάλης. Οι τρεις τους αποφάσισαν να φύγουν. Να πάνε μια βόλτα προς την παραλία. Να τους φυσήξει λίγο το δροσερό, φθινοπωρινό, θαλασσινό αεράκι. Σηκώθηκαν, άφησαν στα κλεφτά λίγα λεφτά στο τραπέζι, γιατί ο κυρ Μιχάλης δε δεχόταν τίποτα, χαιρετήθηκαν κι έφυγαν. “Οίνος ευφραίνει καρδία” λέει ο σοφός λαός. Το τσίπουρο να δείτε. Με το μυαλό όμως τι γίνεται; Αυτό είναι πιο σκληρό. Πιο απαιτητικό. Θέλει περισσότερα.

Φτάσανε στην παραλία. Δεν υπήρχε ψυχή. Ούτε για δείγμα. Περπατάνε στην αμμουδιά και κάθονται ακριβώς εκεί που σκάει το κύμα. Κοιτάνε προς τα πάνω. Πανσέληνος. Ήταν ανάγκη; Αφού είναι ρομαντικά τα κωλόπαιδα. Ανάβουν τσιγάρο και χαζεύουν την αντανάκλαση του φεγγαριού πάνω στη θάλασσα.
«Τελείωσε» ψιθυρίζει ο λογοδοσμένος.
«Έφυγε» μονολογεί ο ένας κουμπάρος.
«Πρέπει να το πάρουμε από την αρχή» σκέφτεται ο άλλος κουμπάρος.
Ο Σάκης έβγαζε τα παπούτσια του ενώ ο Πέτρος ξεκούμπωνε το παντελόνι του την ώρα που ο Γιώργος έβγαζε τη μπλούζα του. Δεν είχαν κολυμπήσει ποτέ μέχρι τώρα στο φεγγαρόδρομο. Είχε έρθει η στιγμή να το κάνουν. Και το έκαναν.

Λίγο ζαλισμένοι. Μια κουμπαριά ταξιδιάρηδες. Μια βουτιά μαλάκες. Αλλά ωραία τυπάκια!

Η ιστορία αυτή είναι αφιερωμένη σε αυτούς που θέλουν αλλά δυσκολεύονται να το πάρουν από την αρχή..

27 Μαΐ 2009

Ψιτ ψιτ..

Πάει λίγος καιρός από την τελευταία φορά και ξεσυνήθισα. Αυτή την ανάρτηση την έχω γράψει και την έχω σβήσει πάνω από δέκα φορές. Τη μία έγραφα γενικόλογα για αυτούς τους μήνες. Την άλλη ήθελα να ευχαριστήσω κάποια άτομα για τα υπέροχα σχόλιά τους στην προηγούμενη ανάρτηση. Την παραάλλη αναφερόμουνα σε άλλους για το ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους, είτε με επισκέψεις σε ένα αδρανές blog είτε με μια πιο προσωπική επικοινωνία, που εκτίμησα ιδιαίτερα. Τουλάχιστον. Σε μία έγραφα αρλούμπες και σε άλλη μία έγραφα μεγαλύτερες αρλούμπες. Στις υπόλοιπες ούτε καν θυμάμαι τί έγραφα. Τις έγραψα όμως και τις έσβησα κι αυτές. Τελικά κατέληξα σε αυτή και στο τσακ είμαι να τη σβήσω και πάλι. Αλλά δε θα το κάνω. Δεν πάει άλλο. Άσε που και να το ήθελα δε θα μπορούσα γιατί μου τελείωσε η γόμα σβήνοντας τη σκιά μου. Με ακολουθούσε η άτιμη όπου κι αν πήγαινα, κι όχι τίποτα άλλο, αλλά σε κάθε βήμα που έκανα την πατούσα και πόναγα. Λιγάκι.

Τέσπα. Εν κατακλείδι. Το τελευταίο διάστημα γέλασα. Πολύ. Μέχρι δακρύων. Και μετά μπερδεύτηκα λιγάκι. Και λίγο πιο μετά από το προηγούμενο μετά ξέχασα να θυμηθώ αυτά που ήθελα να ξεχάσω.

Άντε. Καλώς σας ξαναβρήκα.

26 Ιαν 2009

Εμπλεκόμενη απεμπλοκή

Ήχοι από το πουθενά. Παράξενα ακούσματα. Ξένα στο αυτί. Γνώριμα σε κάτι. Στη ματαιοδοξία. Στα κούφια όνειρα και στις τρύπιες καρδιές.

Μελιστάλαχτες καταστάσεις που κερδίζουν ποντάροντας στην ατυχία και πληρώνουν με σκουριασμένα κέρματα. Ξεχειλωμένα δάχτυλα που κινούνται μόνο από τις εντολές μανιοκαταθλιπτικού μαριονετίστα. Ψυχαναγκαστικές συνήθειες που δεν έχουν καμία ιδιότητα. Παρωχημένα συναισθήματα που σκουπίζουν τις τσίμπλες από το μάτι κι αφήνουν εκτεθειμένα στο κρύο τα δάκρυα. Ιλαρές υποσχέσεις που στραβώνουν τα χείλια και σαπίζουν τα δόντια. Ελοχαρείς σκέψεις που βαλτώνουν στη σκοτεινή πλευρά των εγκεφαλικών κυττάρων και κρύβονται από την ίδια τους την υπόσταση. Βλοσυρά βλέμματα που κακοφορμίζουν ξεχασμένες πληγές. Πολεμοχαρή νύχια που τρώγονται μεταξύ τους πριν φάνε τον εαυτό τους και πέσουν κάτω μαύρα από τη βρωμιά τους. Κανιβαλιστικά σκουπίδια που λερώνουν τις πρωτόγονες αισθήσεις με μίσος. Φοβισμένες δράσεις που τρέφονται από το φόβο τους για να τρομοκρατήσουν τις αντιδράσεις. Παράφωνες νότες που κρέμονται απεγνωσμένα από το πεντάγραμμο για να ακουστεί το κύκνειο άσμα τους. Πολύχρωμες εικόνες που χάνονται στο γκρίζο πριν ακόμη κοιταχτούν στον καθρέφτη. Απυρόβλητες υποθέσεις που αιμορραγούν μέσα στην αβεβαιότητά τους. Φαινομενική γαλήνη που εθελοτυφλεί μπροστά στους κινδύνους που ελλοχεύουν. Φιδίσιες διχαλωτές γλώσσες που γεύονται τις λυκοφιλίες και γαργαλάνε τα δάκρυα των κροκοδείλων.

Σαρκοφάγες επιθυμίες που ικανοποιούν την πείνα τους σε μαραμένες ιδέες. Ξέπνοες ανάσες που πασχίζουν για λίγο δηλητήριο πριν τελειώσουν. Φτηνές συνουσίες που γαμάνε την πραγματικότητα κάτω από άναστρες ξεπλυμένες νύχτες. Νεκρωμένος εγκέφαλος που κάνει παρέα σε άδειο τασάκι και σε γεμάτο μπουκάλι.

Σσσσσςςςςς..
Μη μιλάς για λίγο. Τώρα μόνο άκου.
Οι ήχοι έχουν πηγή τώρα πια.
Τους ακούς;

Σσσσσςςςςς..
Όλα είναι τόσο αστεία.
Ακριβώς μέχρι τη στιγμή που γίνονται σοβαρά.
Τότε είναι που μετατρέπονται σε ξεκαρδιστικά.

Σσσσσςςςςς..
Και γελώ μαζί τους..

10 Ιαν 2009

..προς το άγνωστο.

Τρεις γυναίκες είχε μέχρι τώρα.

Η πρώτη, του έδωσε πνοή. Τον πήρε στην αγκαλιά της και φύσηξε μέσα του. Αυτός αφέθηκε σε κάθε της κίνηση. Έπαιρνε άπληστα τη ζωή της και ξεπλήρωνε με στιγμές. Κένταγε με τη χρυσή βελόνα της πάνω στο σώμα του κι αυτός χάζευε τα σχέδια. Του άρεσε ν’ ανακατεύει τα χρώματα και να τα καταπίνει. Για να είναι πιο δύσκολο την επόμενη φορά. Να μπαίνει πιο βαθιά μέσα του για το επόμενο σχέδιο. «Ιερεμία, θα είμαι δίπλα σου για πάντα» του είχε πει κάποτε και τον έχασε. Δεν πίστευε στο "για πάντα". Δυο τόσο απλές λέξεις που μόνο να τις αισθανθείς μπορείς, όχι να τις πεις.

Η δεύτερη, πορεύθηκε μαζί του. Τον ακολουθούσε σε κάθε του βήμα. Αθόρυβα. Ύπουλα. Τον τάιζε σπόρους λουλουδιών. Άλλοτε φύτρωναν μπουμπούκια που άνθιζαν κι ευωδίαζαν κι άλλοτε μόνο αγκάθια που του ξέσκιζαν τα σωθικά. Αυτή ήξερε κι αυτός νόμιζε ότι διάλεγε. Έπαιζε σε όλα της τα παιχνίδια. Στα στημένα παιχνίδια που αυτή τράβαγε τους κλήρους. Πότε τον χάιδευε απαλά με τα χέρια της και πότε τον βασάνιζε με το ραβδί της. «Ιερεμία, να ξέρεις ότι – » ξεκίνησε να του λέει. «Δε θέλω να ξέρω πια» τη διέκοψε και της γύρισε την πλάτη. Δεν την ξαναείδε ποτέ.

Η τρίτη, του πήρε τα πάντα. Έμεινε μαζί του για λίγο αλλά έφερε το αναπόφευκτο. Τον κάρφωνε με το βλοσυρό της βλέμμα αλλά αυτός κοίταγε αλλού. Του ξέσκιζε τα όνειρα με τα κοφτερά της δόντια αλλά αυτός έκανε άλλα. Του έγδερνε το σώμα με τα μεγάλα βρώμικα νύχια της κι αυτός έφτιαχνε σχέδια με το αίμα. Του θύμιζε τ' αγκάθια κι αυτός σκεφτόταν τα λουλούδια. Τον έβαζε να παίζει με τα αιχμηρά της αντικείμενα και διασκέδαζε. «Ιερεμία, ήρθε η στιγμή για το ψαλίδι» του είπε μια μέρα και συμπλήρωσε «αλλά αυτή τη φορά θα παίξω εγώ». Κι έτσι έγινε. Πρώτα έπαιξε και μετά έκοψε.

Τώρα ο Ιερεμίας είναι μόνος του. Είναι στην είσοδο της πολυκατοικίας του και δεν ξέρει τι να κάνει. Ν' ανέβει σπίτι ή να περπατήσει; Κοιτάει προς τα πάνω και χαμογελάει. Σε λίγο βραδιάζει. Ανάβει τσιγάρο και ξεκινάει..

Για μια στιγμή μόνο σκέφτηκε τις τρεις ερωμένες του.
Κλωθώ, Λάχεση κι Άτροπος ήταν τα ονόματά τους.

27 Δεκ 2008

Το τρίο κι η σταθερά c (09)

Γκάζι. Όχι της κουζίνας. Την περιοχή εννοώ. Σαράντα πέντε μοίρες. Μη πάει ο νους σας σε χάρακες, γωνίες και μοιρογνωμόνια. Το μαγαζί εννοώ. Ταράτσα. Μη ξεφύγει το μυαλό σας κι αρχίσει να σκέφτεται θερμοσίφωνες, κεραίες και περιστέρια. Την ταράτσα του μαγαζιού εννοώ. Κατά τα άλλα όλα φυσιολογικά. Μπαρ, σκαμπό, πάσα, τραπεζάκια, καρέκλες, ηχεία, μουσική, μπουκάλια, ποτά. Και κόσμος. Πολύ κόσμος. Για να κάθεται, ν’ ακούει και να πίνει.

Κάπου εκεί κάθονται και τρεις τύποι. Όχι, μισό λεπτό. Θα γίνω πιο συγκεκριμένος. Τι σημαίνει κάπου εκεί; Τι δηλαδή; Ο ένας εδώ, ο άλλος εκεί κι ο τρίτος λίγο πιο πέρα από το ανάμεσα στο εδώ κι εκεί; Όχι, όχι, όχι. Κι οι τρεις κάθονται στο μπαρ. Άντε πάλι. Όχι πάνω στο μπαρ. Ο καθένας κάθεται στο σκαμπό του μπροστά από το μπαρ. Και ναι. Επιτέλους. Ακριβώς όπως το φανταστήκατε. Ο ένας δίπλα στον άλλο. Σας θυμίζει κάτι αυτό; Αν δε σας θυμίζει θα φταίει που έχει περάσει καιρός από τότε. Δε πειράζει όμως. Εγώ συνεχίζω.

Κάθονται εκεί. Και δε μιλάνε. Έχει πέσει μούγκα. Κανονικά. Ο καθένας είναι χαμένος στις σκέψεις του.

Ο ένας έχει καρφώσει το βλέμμα του στο ποτό του. Βότκα λεμόνι. Από το γυμνάσιο που ήπιε το πρώτο του, δεν έχει αλλάξει. Καμιά φορά, για την αλλαγή, ζητάει στυμμένο λεμόνι. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα μας είναι ότι έχει αφιερώσει όλο του το είναι στο ποτήρι. Σαν να περιμένει να του πει κάτι. Αλλά αυτό τίποτα. Γίνεται κανά διάλειμμα που και που για να πιει. Και μετά πάλι το ίδιο. Σκέφτεται. Πολλά. Γάμησέ τα.

Ο άλλος είναι με την Κορόνα του. Όχι κορόνα όπως λέμε στέμμα. Βασιλιάδες και τέτοια. Αφού την έγραψα και με κεφαλαίο κάπα. Τη μπύρα του. Αυτός κοιτάει μπροστά του. Αλλά δε βλέπει. Τα μάτια του είναι κενά. Ή μάλλον το βλέμμα του είναι κενό. Δεν εστιάζει πουθενά. Χαμένο. Πίνει τη μπύρα του σα ρομποτάκι. Κουνώντας μόνο το χέρι του. Σώμα και κεφάλι σταθερά. Σκέφτεται. Πολλά. Γάμησέ τα.

Ο τρίτος είναι με το ουισκάκι του. HAIG με πάγο. Αυτός είναι με τα σκληρά. Καιρό τώρα. Πιο πολύ από τους άλλους. Πίνει και χαζεύει τον ουρανό. Αφού είναι στην ταράτσα, δε θυμάστε; Το φεγγάρι πουθενά. Μόνο δυο τρία αστέρια υπάρχουν. Άσε που το ένα μπορεί να είναι κι αεροπλάνο γιατί σαν να κινείται περίεργα. Νιώθει ότι βρίσκεται μεταξύ του πουθενά και του τίποτα. Σκέφτεται. Πολλά. Γάμησέ τα.

Τώρα που το σκέφτομαι τι σημαίνει ο ένας, ο άλλος και ο τρίτος; Έχουν ονόματα οι τύποι. Ο ένας είναι ο Γιώργος, ο άλλος είναι ο Πέτρος κι ο τρίτος είναι ο Σάκης. Όπως έχετε καταλάβει οι μαύρες πλερέζες τους λείπουν. Δεν είναι καλά. Κωλοκαταστάσεις. Ε τώρα, αν ούτε κι αυτό δε σας θυμίζει τίποτα δεν ξέρω τι άλλο να γράψω για να κάνω τη σύνδεση με κάποια προηγούμενη ιστορία. Συνεχίστε, αν δεν έχετε βαρεθεί ήδη, και θα τα καταλάβετε όλα.

Η μπαργούμαν έχει πολλή δουλειά. Ταυτόχρονα όμως παρατηρεί και τους τρεις αμίλητους και χαμένους στο διάστημα τύπους. Όπως κι εσείς, έτσι κι αυτή κατάλαβε τι είναι αυτό που τους λείπει. Και τους το λέει. «Αγόρια, έχω κάτι μαύρες πλερέζες πρόχειρες. Να σας τις δώσω ή να κεράσω μια ακόμη γύρα;»
Ο Γιώργος σηκώνει το κεφάλι του. Ο Πέτρος εστιάζει το βλέμμα του. Ο Σάκης κατεβάζει το κεφάλι του. Δε μιλάει κανείς. Την κοιτάνε σαν εξωγήινο. Αν είχαν μπροστά τους τον ET με κινητό στο χέρι να τηλεφωνεί σπίτι του, θα τον κοιτούσαν πιο φυσιολογικά.
«Όχι, να’ σαι καλά» μίλησε τελικά πρώτος ο Γιώργος.
«Να σε πληρώσουμε;» ρωτάει ο Πέτρος.
Ο Σάκης τίποτα. Απλά αρχίζει να ψάχνει τα λεφτά στην τσέπη του.

Πληρώνουν και φεύγουν. Ο βοτκάκιας με το μπυρόβιο έχουν έρθει με αυτοκίνητο. Ο καθένας με το δικό του. Ο ουισκάκιας με τη μηχανή του. Χαιρετιούνται έξω από το μαγαζί. Ο καθένας κινείται προς το όχημά του. Μόνος παρέα με τις σκέψεις του. Πηγαίνουν σπίτι τους. Άντε να δούμε πως θα βγει κι αυτό το βράδυ. Μέχρι να φτάσουν όμως σπίτια τους ας δούμε εμείς τι έχει γίνει και είναι έτσι τα παλικάρια μας.

Θυμάστε το Γιώργο με τη Χ; Τελικά χώρισαν. Και για να είμαστε σωστοί, τελικά αυτός της ζήτησε να χωρίσουν. Πριν λίγες μέρες. Ήταν ένα δύσκολο βράδυ. Η Χ έκλαιγε απαρηγόρητη. Κι ο Γιώργος ήθελε να κλάψει. Αλλά δεν τα κατάφερε. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν πληγώθηκε. Του στοίχισε πάρα πολύ αλλά δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Αυτό που τον επηρέασε πιο πολύ απ’ όλα ήταν ο πόνος που προκάλεσε. Δεν το άντεχε. Αλλά είπαμε. Δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Χάλια. Μαύρα χάλια.

Τον Πέτρο με την Ψ τους θυμάστε; Χώρισαν κι αυτοί. Το προηγούμενο βράδυ. Συναντήθηκαν στο σπίτι του Πέτρου και μίλησαν εφ’ όλης της ύλης. Τα είπαν όλα. Με απόλυτη ειλικρίνεια. Πως ξεκίνησαν, πως συνέχισαν και πως είναι τώρα. Αλλά τελικά το πουλάκι πέταξε. Η Ψ την έσβησε τη μηχανή και ο Πέτρος κουράστηκε να σπρώχνει. Μπορούμε να πούμε ότι αποφάσισαν να χωρίσουν κι οι δύο. Κοινή συναινέσει που λένε. Αλλά ο Πέτρος δεν το αντέχει. Μπορεί να μην είχε ουσιαστικά άλλη επιλογή αλλά δε μπορεί να το αποδεχτεί κι απόλυτα. Την ήθελε πολύ την Ψ αλλά μάλλον άργησε να το καταλάβει. Κι όπως είπαμε και πριν, το πουλάκι πέταξε. Χάλια. Μαύρα χάλια.

Τώρα τι να πούμε για το Σάκη και τη Ζ; Αυτοί είναι χωρισμένοι εδώ και καιρό. Αλλά ο Σάκης είναι ακόμη το ίδιο πληγωμένος. Τα είχαμε πει και την προηγούμενη φορά αναλυτικά. Ο πόνος του γίνεται θλίψη. Η θλίψη γίνεται φόβος. Ο φόβος τον κάνει να συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα. Κι η συνειδητοποίηση του προκαλεί νέο πόνο. Πιο δυνατό. Πιο γεμάτο. Και φτου κι απ’ την αρχή. Μπορεί τον τελευταίο καιρό να δείχνει ότι συνέρχεται στους γύρω του. Αλλά αυτό μόνο επιφανειακά. Μέσα του τα πράγματα είναι ίδια. Η πραγματικότητα είναι σκληρή. Κι όχι τίποτα άλλο. Αλλά αυτή η πουτάνα η πραγματικότητα δαγκώνει κι από πάνω. Χάλια. Μαύρα χάλια.

Θυμηθήκατε τώρα αυτά που σας έλεγα; Αλλά για μισό λεπτό. Κάτι γίνεται εδώ πέρα. Κάποιος από του τρεις δεν πήγε σπίτι του. Είναι κάπου αλλού.

Ο Γιώργος είναι στο Λυκαβηττό. Δεν έχει πολύ κόσμο γιατί έβγαλε ψυχρούλα. Είναι μόνος του στη μια άκρη του μαντρότοιχου. Κάθεται και χαζεύει τη φωτισμένη Αθήνα. Ανάβει τσιγάρο. Στο μυαλό του γυρίζει το σκηνικό του χωρισμού. Παράλληλα σκέφτεται και τους άλλους δύο. Όλα μαζεμένα. Έχουν κι αυτοί τα δικά τους. Δε θέλει να τους φορτώσει και με τα δικά του. Το τσιγάρο τελειώνει κι έχει ήδη βγάλει το επόμενο. Τη στιγμή που πάει να το ανάψει αισθάνεται ένα χέρι στον ώμο του να τον ακουμπάει μαλακά.
«Κι εσύ εδώ;» του λέει ο Πέτρος.
«Δε μπορούσα να γυρίσω σπίτι ρε φιλαράκι» απαντά ο Γιώργος χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του. «Κι είπα να έρθω εδώ πάνω για ένα τσιγάρο.»
«Κι εγώ μία από τα ίδια. Δε με χωράει ο τόπος. Να κάτσω;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Τι ρωτάς μωρέ μαλάκα;»
Οπότε κάθισε. Ήταν οι δυο τους. Άναψαν τσιγάρο. Ο Πέτρος το πρώτο. Ο Γιώργος το δεύτερο. Σκέφτονται τον τρίτο. Την ησυχία τη σπάει ο Πέτρος. «Να πάρουμε τηλέφωνο το Σάκη, ν’ ανέβει κι αυτός;»
Ο Γιώργος έχει αμφιβολίες. «Ξέρω κι εγώ ρε φίλε; Έχει κι αυτός τα δικά του. Περισσότερο καιρό από εμάς. Μην έρθει και του μαυρίσουμε κι άλλο την ψυχή.»
«Δίκιο έχεις» συμφωνεί ο Πέτρος. «Άσ’ τον καλύτερα.»
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και τα κινητά και των δύο χτυπάνε σχεδόν ταυτόχρονα. Τώρα αν σας πω ότι ο καθένας δε παρακάλεσε από μέσα του να είναι οι Χ και Ψ, θα σας πω ψέματα. Ο καθένας είχε στο μυαλό του το ιδανικό μήνυμα για την περίπτωσή του, όταν έπιανε το κινητό για να το διαβάσει. Αλλά αυτά γίνονται μόνο στις ταινίες. Το μήνυμα και των δύο είναι το ίδιο. Κι είναι από το Σάκη.

Μήνυμα Σάκη προς Γιώργο και Πέτρο.
Χωρισμένε μαλάκα πάρε τον άλλο το χωρισμένο μαλάκα κι ελάτε στην άλλη άκρη του μαντρότοιχου που σας περιμένει ο χωρισμένος αρχιμαλάκας.

Οι δυο τους κοιτιούνται και χαμογελούν αυθόρμητα. Γυρίζουν τα κεφάλια τους προς την άλλη άκρη του μαντρότοιχου. Το μόνο που διακρίνουν είναι μια σκοτεινή φιγούρα που κάθεται απομονωμένη από το λιγοστό κόσμο που βρίσκεται αυτή την ώρα στο Λυκαβηττό. Μια καύτρα ανεβοκατεβαίνει σαν πυγολαμπίδα μπροστά της. Λίγο πιο πέρα είναι η σκιά μιας μηχανής. Σηκώνονται κι αρχίζουν να περπατάνε προς τα κει. Συναντιούνται με το Σάκη. Βολεύονται. Ανάβουν τσιγάρο. Κι αυτή τη φορά δεν ήταν μες στη μούγκα. Αυτή τη φορά μίλησαν. Ως το πρωί.

Λίγο πληγωμένοι. Μια βόλτα στενοχωρημένοι. Μια κουβέντα μαλάκες. Αλλά ωραία τυπάκια!

15 Δεκ 2008

Το τρίο και το χαλαρό καφεδάκι (08)

Πότε πέρασαν οι μέρες και πρέπει να ξαναφύγω για Τρίπολη, ούτε που το κατάλαβα. Κι επειδή μέσα στο τρέξιμο των ημερών δεν κατάφερα να πιω ένα χαλαρό καφεδάκι με κάποια άτομα που ήθελα, θα τον πιω από εδώ και τους υπόλοιπους θα μου τους χρωστάω.. Καλή εβδομάδα σε όλους!


Περίοδος εξεταστικής. Τελευταίο μάθημα. Της εξεταστικής. Όχι της σχολής. Η ώρα της εξέτασης τουλάχιστον βάναυση. Άκου εκεί στις οχτώ το πρωί. Ποιος μπορεί να αποδώσει τέτοια ώρα; Η μοίρα του μαθήματος έχει αποφασιστεί από το προηγούμενο βράδυ. Δε θα δοθεί. Άλλωστε γι’ αυτό υπάρχει κι ο Σεπτέμβριος. Αλλά αν κάτσουν και κοιμηθούν θα το έχουν τύψεις. Κάτι πρέπει να κάνουν. Η λύση είναι προφανής. Θα πιούνε το καφεδάκι τους στο καφενείο. Προσοχή. Όχι σε κάποια καφετέρια με δυνατή μουσική και κόσμο. Αλλά στο κρυφό τους στέκι. Στο καφενείο της γειτονιάς. Μαζί με τα γεροντάκια της γειτονιάς. Και τη χαλαρή μουσική που παίζει από κασσεττόφωνο και βγάζει αυτόν τον τραχύ αλλά γλυκό ήχο. Ούτως ή άλλως μόνο αυτό είναι ανοιχτό τέτοια ώρα. Από τα αξημέρωτα δηλαδή.

«Και γιατί δε κάτσαμε να κοιμηθούμε;» ρωτάει ο Γιώργος προσπαθώντας να καλύψει το χασμουρητό του.
«Γιατί κανονικά τώρα θα έπρεπε να διαλέγαμε θέσεις στο αμφιθέατρο. Οπότε έπρεπε να κάνουμε κάτι αντίστοιχο. Κι έτσι ήρθαμε να διαλέξουμε τις θέσεις μας εδώ» απαντά ο Πέτρος με το μάτι κατακόκκινο από τη νύστα.
«Δηλαδή άμα δεν κάναμε κάτι αντίστοιχο και απλά κοιμόμασταν θα γινόταν κάτι;» επιμένει ο Γιώργος.
«Φυσικά και θα γινόταν. Θα χαλάγαμε την continuity του σύμπαντος» αντιπαρέρχεται ο Πέτρος με την επιστημονική εξήγηση.
«Μα τι μου λες; Υπάρχει τέτοιο πράγμα;» ζητάει περισσότερες εξηγήσεις ο αγουροξυπνημένος.
«Όχι» επεμβαίνει ο Σάκης «αλλά αν υπήρχε εμείς θα τη χαλάγαμε αυτή την κοντιτέτοια του σύμπαντος.» Ήταν πολύ πρωί. Δε μπορούσε ακόμη να σχηματίσει δύσκολες λέξεις. Πόσο μάλλον αγγλικές. Για το συνδυασμό τους είναι περιττό να πούμε κάτι παραπάνω. Σημασία έχει ότι καθησύχασε το ανήσυχο μυαλό του φίλου του.

Πάνω στην επιβεβαίωση ότι η ανθρωπότητα μπορεί να συνεχίσει αμέριμνη το έργο της, σκάει μύτη ο αδύνατος πιτσιρικάς με τα χαρτομάντιλα.
«Βρε, βρε, καλώς το μαθητούδι μας» το προλαβαίνει ο Σάκης πριν πλασάρει την πραμάτεια του.
Ο μικρός τους κοιτάει με ένα χαμόγελο. Ο Πέτρος μπαίνει κατευθείαν στο ψητό. «Τον έμαθες τον πολλαπλασιασμό μέχρι το πέντε, όπως είχαμε συμφωνήσει την προηγούμενη φορά;»
«Αμέ» και το χαμόγελο ανοίγει πιο πολύ.
«Για να δούμε. Πόσο κάνει πέντε επί εφτά;» αρχίζει την εξέταση ο ακαδημαϊκός Γιώργος.
«Τριάντα πέντε» παίρνει τη σωστή απάντηση μετά από πολύ λίγη σκέψη.
«Εξαιρετικά! Και πόσο κάνει τέσσερα επί έξι;» συνεχίζει την εξέταση ο καθηγητής λυκείου Πέτρος. Έβαλε εύκολα θέματα στο διαγώνισμα.
«Είκοσι τέσσερα» έρχεται άμεσα η απάντηση.
«Μπράβο» επιβραβεύει ο Σάκης. Είχε έρθει η σειρά του. Δεν ήθελε να του χαλάσει το σερί. Έτσι σαν άλλος δάσκαλος δημοτικού ρωτάει. «Και πόσο κάνει τρία επί τέσσερα;»
«Ε, αυτό είναι εύκολο. Δώδεκα» απαντάει ο πιτσιρικάς και το χαμόγελο αγγίζει τα αυτιά του.
Την τελευταία απάντηση συνόδεψαν χειροκροτήματα κι επευφημίες. Τρία ευρώ βρέθηκαν στο χέρι του επίδοξου μαθηματικού. Ο μικρός πάει να βγάλει το αντίτιμο σε χαρτομάντιλα για να τους τα δώσει. Ο Σάκης τον σταματάει. «Τα χαρτομάντιλα κράτησέ τα.»
«Σήμερα πληρώθηκες για τις γνώσεις σου» επισημαίνει ο καθηγητής.
«Την επόμενη φορά θα σε εξετάσουμε στο έξι και στο εφτά» ανακοινώνει την ύλη για την εξεταστική ο ακαδημαϊκός.
«Θα είμαι έτοιμος» υπόσχεται ο μικροπωλητής κι αφήνει ένα πακετάκι πάνω στο τραπέζι φεύγοντας, πριν προλάβουν οι άλλοι να φέρουν αντιρρήσεις.

«Καλημερίζω τη νεολαία» ακούνε πίσω από την πλάτη τους.
Οι τρεις τους γυρίζουν ταυτόχρονα και βλέπουν το λαχειοπώλη της γειτονιάς. Από μικρά παιδιά τον θυμούνται να τριγυρίζει τους δρόμους της περιοχής με το ξύλινο λάβαρό του και να πουλάει όνειρα. Τρεις εγκάρδιες καλημέρες πήγαν προς τη μεριά του.
«Θα μου κάνετε σεφτέ σήμερα;» ρωτάει ο λαχειοπώλης «που είστε και γουρλήδες;» συμπληρώνει εννοώντας το.
«Μας δουλεύεις ψιλό γαζί κυρ Μανώλη;» ρωτάει ο Γιώργος.
«Εμείς γουρλήδες;» απορεί ο Πέτρος.
«Γιατί το λέτε αυτό ρε παιδιά;» ζητάει εξηγήσεις ο ενδιάμεσος του εύκολου χρήματος.
Ο Σάκης αναλαμβάνει να δώσει τις εξηγήσεις. «Γιατί δέκα χρόνια τώρα παίρνουμε λαχεία από σένα και δεν έχουμε κερδίσει ούτε ένα ευρώ. Έτσι για το γαμώτο!» βγάζει κι ένα παράπονο πάνω στις εξηγήσεις.
Ο κυρ Μανώλης ρίχνει ένα αληθινό και γάργαρο γέλιο. «Αρχικά είπα ότι είστε γουρλήδες για μένα. Κάθε φορά που είστε οι πρώτοι μου πελάτες πάει καλά η μέρα. Και μετά τι να τα κάνετε εσείς τα λεφτά; Αφού έχετε ο ένας τον άλλο.»
Οι τρεις τους απορούν με την απάντηση που πήραν. Κοιτιούνται για λίγο μεταξύ τους χωρίς να μιλάνε. Παρατηρούν ο ένας τον άλλο. Ο λαχειοπώλης τους βλέπει και τους χαίρεται. Το τρίο ανακυκλώνει τα τελευταία λόγια στη σκέψη του. Σιγή. Και τότε σαν ένα σώμα μια ψυχή γυρνάνε προς τον κυρ Μανώλη και του λένε. «Ένα τρίδυμο παρακαλώ.»
Ο κυρ Μανώλης βάζει πάλι τα γέλια. Τα λαχεία πουλήθηκαν και βολεύτηκαν σε τσέπες, πορτοφόλια και τσαντάκια. Θα μπορούσαν βέβαια να πάνε κατευθείαν στα σκουπίδια γιατί πάλι δε θα κέρδιζαν ούτε ένα ευρώ. Έτσι για το γαμώτο. Αλλά δε πειράζει. Αυτοί είχαν ο ένας τον άλλο.

«Άντε παιδιά και σε καλή μεριά.» Αυτός που μίλησε ήταν ο κυρ Χρήστος. Ο προπατζής της γειτονιάς. Είχε έρθει να πάρει το καφεδάκι του για να πάει να ανοίξει μετά το μαγαζί και είχε παρακολουθήσει το σκηνικό. Τρία ευχαριστώ και τρεις καλημέρες ήρθαν ακούραστα, αβάδιστα και αβασάνιστα προς τη μεριά του.
Ο κυρ Χρήστος ανοίγει αμέσως θέμα στο αντικείμενό του. «Δε μου λέτε ρε μάγκες. Εσείς αλλάξατε ομάδες ή ακόμη δουλεύετε τον κόσμο;»
«Α τώρα μας προσβάλεις κυρ Χρήστο» προσποιείται ότι θίχτηκε ο Γιώργος. «Σε πληροφορώ ότι η Αναγέννηση Καρδίτσας μετά από πολλά χρόνια κι αφού η προεδράρα μας αποφάσισε να ρίξει λίγο χρήμα στην ομάδα ανέβηκε στη Β΄ εθνική» δίνει τα τελευταία νέα νιώθοντας χρέος να υποστηρίξει την ένδοξη ομάδα του τόπου καταγωγής του.
«Ναι αλλά δεν έχετε ξεκινήσει πολύ καλά το πρωτάθλημα» συνεχίζει ο ποδοσφαιρόφιλος προπατζής. «Ούτε εσύ» και κοιτάει το Γιώργο, «ούτε εσύ» και τώρα απευθύνεται στον Πέτρο.
Ο τελευταίος παίρνει τη σκυτάλη. «Τι να γίνει κυρ Χρήστο; Δε μπορούμε να τα έχουμε όλα. Η Ηλυσιακάρα όμως θα παίξει πάλι καλή μπάλα και κάποια στιγμή θα ανέβει και στην κατηγορία των μεγάλων. Τι διάολο;» αναρωτιέται φωναχτά. «Δώδεκα χρόνια πηγαίναμε δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο δίπλα από το γήπεδό του. Έχουμε παίξει ουκ ολίγες φορές στον αγωνιστικό του χώρο. Κάποια στιγμή θα απορροφήσουν την αύρα μας κι η ομάδα θα απογειωθεί» παραληρεί ο Πέτρος.
«Καλά, καλά» συμπονά ο κυρ Χρήστος και γυρνά προς το Σάκη. «Εσένα αγόρι μου πως πάει η ομάδα σου; Υπάρχει ακόμη;»
«Αγαπητέ κύριε Χρήστο, ένα έχω να σας πω. Ο πολυπαθής Αστροναύτης, της ηρωικής Νεράιδας και περιχώρων, θα συνεχίσει να δίνει τους αγώνες του στο ιστορικό γήπεδο της Φτερόλακας» ήταν το ένα που είπε ο Σάκης με ύφος προέδρου.
Ο συμπαθής κυρ Χρήστος ξεφυσάει. «Το ξέρετε ότι δεν πρόκειται να βγάλω άκρη μαζί σας;» Ρητορική η ερώτηση. «Άντε σας περιμένω μετά γιατί σας έχω έτοιμα κάτι στανταράκια» τους κλείνει τα μάτι φεύγοντας.
Τρεις επιβεβαιώσεις ήρθαν πάλι προς τη μεριά του με τα τρία Άλφα των αγγελιών. Ακούραστα. Αβάδιστα. Αβασάνιστα.

Μείναν οι τρεις τους. Πάλι. Κάτι σύννεφα αρχίζουν να μαζεύονται σιγά σιγά στον ουρανό. Έτσι για την παρέα. Ανάβουν τσιγάρα. Η νύστα έχει αρχίσει να φεύγει. Κάτι όμως τους λείπει. Πρώτος το αντιλαμβάνεται ο Σάκης. «Οι καφέδες που είναι; Μας έχει δει ο κυρ Αντώνης εδώ έξω που καθόμαστε;» απορεί.
«Σας είδα παλικάρια μου» τον επιβεβαιώνει ο καφετζής που έρχεται προς το μέρος τους. «Τι θα πάρουν σήμερα τ’ αγόρια μου;»
«Λοιπόν, κυρ Αντώνη εμένα θα μου φέρετε ένα κάραμελ καπουτσίνο με σαντιγί και λίγη τρουφίτσα από πάνω» παραγγέλνει πρώτος ο Γιώργος.
Σειρά έχει ο Πέτρος. «Εμένα ένα φραπουτσινάκι με διπλή δόση εσπρέσο και να ρίξετε από πάνω λίγο σιρόπι σοκολάτας. Λίγο όμως, όχι πολύ»
Τελευταίος ο Σάκης. «Κυρ Αντώνη εμένα με ξέρετε, είμαι απλός άνθρωπος. Ένα διπλό εσπρεσάκι μακιάτο.»
Ο αιωνόβιος καφετζής που τους ξέρει από μικρά παιδιά που έπαιζαν στην πλατεία κι έρχονταν σ’ αυτόν για την πορτοκαλάδα τους βάζει τα γέλια. «Καλά ρε σαρδανάπαλοι. Δε βαριέστε κάθε φορά να μου λέτε ότι σας κατέβει; Να φέρω τα φραπεδάκια σας;» τους ρωτάει ενώ είναι σίγουρος.
Τρία βεβαίως ήρθαν με τα γνωστά τρία Άλφα.
Ο μαγαζάτορας κλείνει την παραγγελία όπως συνηθίζει. Είναι μια ιεροτελεστία γι’ αυτόν. Τη λέει δυνατά πριν φύγει. Για την επιβεβαίωση. «Έχουμε και λέμε. Ένα σκέτο με λίγο γαλατάκι εβαπορέ για το Γιωργάκη μας, ένα μέτριο με ολίγη και λίγο γαλατάκι για τον Πετράκη μας και για το Σάκη μας το γαλακτομπουρεκάκι του σε υγρή μορφή. Πολλή ζάχαρη με πολύ γάλα.»
Α-ακούραστα. Κρι-αβάδιστα. Βως-αβασάνιστα.

Τα καφεδάκια δεν άργησαν να έρθουν. Ανάβουν ένα ακόμη τσιγάρο από τα πολλά που θα ακουλουθήσουν. Παίρνουν την πρώτη τζούρα του πρωινού καφέ. Μαγεία. Για μια στιγμή σκέφτονται το μάθημα που θα έδιναν. Δε γαμιέται. Ένα μάθημα είναι. Ας ήταν μόνο αυτό το πρόβλημά τους. Τα σύννεφα έχουν αρχίσει να γίνονται πιο πολλά. Και να παίρνουν αποχρώσεις του γκρι.
«Ωραία μέρα σήμερα» παρατηρεί ο Γιώργος.
«Ναι, αλλά μάλλον θα βρέξει» επισημαίνει ο Πέτρος.
«Το πολύ πολύ να βραχούμε» ηρεμεί ο Σάκης.

Λίγο τεμπέληδες. Ένα λαχείο τζογαδόροι. Μια στήλη μαλάκες. Αλλά ωραία τυπάκια!

11 Δεκ 2008

Η αρχή..

Έφυγα για λίγο. Επέστρεψα για ακόμη πιο λίγο. Όλα έμειναν όπως τα άφησα. Στάσιμα. Κρυσταλλωμένα. Ψυχρά. Ίσως και λίγο όμορφα. Παράδοξα όμορφα. Συνήθεια; Συνειδητοποίηση; Αδιάφορο. Όλα ίδια. Εκτός από κάτι.

Είναι εδώ. Έτοιμο να ξεκινήσει. Το πρώτο γρανάζι έχει αρχίσει να κουνιέται. Είναι θέμα χρόνου να βρει τη θέση του και να σημάνει την έναρξη. Η διαδικασία μη αναστρέψιμη. Δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς.

Οι ήχοι δε θα συνοδέψουν την παράσταση. Είναι φορές που είναι περιττοί. Όλα θα γίνουν μέσα στην απόλυτη ησυχία. Μόνο έτσι θα μπορέσω να ακούσω καθαρά τις εικόνες. Η εσωτερική ησυχία άλλωστε είναι ό,τι πιο εκκωφαντικό μπορεί να ακούσει κανείς.

Πλέον, δε με απασχολεί τι ήταν αυτά που με οδήγησαν εδώ. Ούτε το τι θα επακολουθήσει. Χωρίς εικόνες του παρελθόντος. Χωρίς σκέψεις για το μέλλον. Μόνο η στιγμή.

Το μόνο που μένει είναι να ακολουθήσω τα βήματά μου/σου. Να βρω μια θέση. Δε χρειάζεται να είναι αναπαυτική. Και μια γωνία να ακουμπήσω μου αρκεί. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να έχει θέα. Να μπορώ να δω.

Να κρατήσω μια θέση και για σένα;

(ο τίτλος είναι Η αρχή.. κι η υπογραφή είναι ..του τέλους)

11 Νοε 2008

Ήρθε η ώρα μου..

..να παίξω κι εγώ στο θέατρο του παραλόγου! Μη φανταστείτε κανά πρωταγωνιστικό ρόλο. Μπααα. Ένας απλός και ταπεινός κομπάρσος θα είμαι. Θα περιφέρομαι όλη την ώρα πάνω στη σκηνή για να πω κανά δυο ατάκες όλες κι όλες. Φοβερό;

Όσο για σας, θέλω να κοιμάστε ήσυχοι. Τα σύνορα θα είναι ασφαλή. Αφού θα τα αναλάβω προσωπικά σας λέω! Σας παρακαλώ κυρίες και κύριοι! Τι σημαίνει ότι θα πάω Αεροπορία και θα είναι μια χαρά; Επειδή δηλαδή η παράσταση που θα ανέβει θα είναι πιο κουλτουρέ σημαίνει ότι δε θα είναι και παράλογη;

Μια μέρα ελευθερίας μου μένει γιατί από Τετάρτη πρωί θα λιάζομαι (τρόπος του λέγειν) στην εξωτική Τρίπολη για εικοσικάτι μέρες (απ’ ότι μου 'χουν πει). Και να δω πως θα προλάβω να κάνω όλες τις δουλειές που έχω αφήσει για την τελευταία στιγμή μέσα σε μια μέρα μόνο. Δράμα σας λέω!

Τέσπα, σταματάω για να κρατήσω δυνάμεις για το ρόλο. Το όσκαρ ψπδ΄ ανδρικού ρόλου το έχω στο τσεπάκι μου!

Να είστε όλοι καλά και θέλω να πιστεύω ότι θα τα ξαναπούμε σύντομα..

9 Νοε 2008

Μία και μόνη ατυπία για ένα Παρ (IV)

- Ώστε 28 χρόνια πριν, ε;
- Ναι.
- Να τα εκατοστήσεις.
- Πολλά είναι.
- Γιατί;
- Μάλλον θα βαρεθώ μέχρι τότε.
- Τα 80 καλά είναι; Να τ’ αφήσω;
- Μη κοροϊδεύεις.
- Καλά. Χρόνια πολλά, λοιπόν. Έτσι. Σκέτο.
- Ξέρεις ποια είναι η καλύτερη ευχή για μένα;
- Ποια;
- Χρόνια καλά.
- …
- Κι ας είναι όσα είναι..
- Δεκτό. Χρόνια καλά φίλε μου.
- Ευχαριστώ.

3 Νοε 2008

Λίγες ωδίες για ένα Παρ (III)

- Καθρέφτη καθρεφτάκι μου.
- Τι θες πάλι;
- Ποια είναι η πιο όμορφη;
- Πάντως όχι εσύ.
- Τι είπες;
- Άκουσες.
- Μα δε λέει έτσι το σενάριο.
- Το ξέρω.
- Και τι είναι αυτό;
- Η αλήθεια.

-------

- Να ζει κανείς ή να μη ζει;
- Έλα μου ντε.
- Μπαρδόν;
- Δε ξέρω ρε παιδί μου.
- Εγώ λέω να ζει.
- Ε πες το.
- Το είπα. Εσύ τι λες;
- Να μη ζει.
- Πως το λες αυτό;
- Από εμπειρία. Θυμήσου με ποιον μιλάς.
- Κατάλαβα.
- Εγώ πάλι όχι.
- Μήπως να το στρίψουμε;
- Και δε το στρίβουμε;

-------

- You talking to me?
- Συγγνώμη σε μένα μιλάτε;
- Όχι. Εσύ μου μιλάς.
- Μα πως; Αφού κάτι ρωτήσατε.
- Επειδή μου μίλησες.
- Θα ορκιζόμουνα ότι αρχίσατε πρώτος.
- Δε πάει καλά. Δε βγαίνει.
- Το βλέπω.
- Θα πάω στον καθρέφτη.
- Όπως νομίζετε.

-------

- Δηλαδή τέλος;
- Τελείως.
- Σίγουρα;
- Ναι λέμε.
- Δε πειράζει.
- Για να το λες.
- Ξέρεις γιατί;
- Γιατί;
- Θα έχουμε πάντα το Παρίσι.
- Μα δεν πήγαμε ποτέ εκεί.
- Ουπς.
- Με ποια ήσουνα στο Παρίσι; Ε;

-------

- Διακτίνισέ με Σκότι.
- Όχι.
- Γιατί;
- Το ’χω πει χίλιες φορές.
- Ποιο;
- Δε μ’ αρέσουν τα χαϊδευτικά.
- Δηλαδή;
- Να με λέτε Σκοτ. Χωρίς το ι.
- Πως κάνεις έτσι για ένα ι;
- Σοβαρά μιλάς;
- Αμέ.
- Καλά. Να δούμε εσένα από δω και πέρα.
- Δηλαδή;
- Θα σε φωνάζω Σπόκι.

31 Οκτ 2008

Το τρίο κι η αρχή (07)

Χρόνος. Χρόνια πριν. Αρκετά έως πολλά. Όχι όμως και πάρα πολλά. Τόπος. Ένα νηπιαγωγείο της Αθήνας. Κατάσταση. Πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς για όλους. Και για τα παιδάκια και για την κυρία Μαρία.

Στην τάξη επικρατεί σχετική ησυχία. Άλλα παιδάκια κάθονται και παρατηρούν, άλλα ζωγραφίζουν, άλλα τραγουδούν, άλλα παίζουν με κάτι τουβλάκια. Η κυρία Μαρία τα έχει όλα υπό έλεγχο. Εξακολουθεί όμως να είναι αγχωμένη. Θέλει να ξαναπάει τουαλέτα. Έχει πάει ήδη δυο φορές και όλοι και όλα παρέμειναν σε τάξη. Όπως τα είχε αφήσει. Δεν έγινε τίποτα. Γιατί να γίνει τώρα; Παίρνει την απόφαση και σηκώνεται. Η τρίτη όμως είναι και η φαρμακερή. Έτσι δε λένε; Αυτή τη φορά κάτι έγινε τα λίγα λεπτά που έλειπε. Δεν το έμαθε ποτέ.

Η ώρα πέρασε. Ευχάριστα για τους περισσότερους. Όχι για όλους όμως. Το κουδούνι χτυπάει. Οι γονείς περιμένουν έξω από την αυλή να παραλάβουν τα βλαστάρια τους. Πρώτος από την τάξη βγαίνει ένας πιτσιρικάς. Είναι μουρτζούφλης. Δε σηκώνει και πολλά πολλά. Εντοπίζει τη μαμά του. Πηγαίνει προς τα εκεί, την πιάνει από το χέρι και ξεκινάνε για το σπίτι. Μαζί με το μπουλούκι βγαίνει κι ένας δεύτερος πιτσιρικάς. Αυτός είναι νευριασμένος. Τα ’χει πάρει στο κρανίο αλλά είναι μικρός ακόμη γι’ αυτή την έκφραση. Θα εμφανιστεί πολλά χρόνια μετά στο λεξιλόγιό του. Ρίχνει μια ματιά, βλέπει το μπαμπά του και τον χαιρετάει με το ζόρι. Δε χαιρετάει όμως κανέναν άλλο. Ξεκινάει κι αυτός για το σπίτι του. Μια μαμά έχει μείνει μόνη της να περιμένει. Εκεί που έχει αρχίσει να ανησυχεί ξεπροβάλει από την πόρτα το παλικάρι της. Χαμογελαστό κι ωραίο. Τρέχει προς αυτήν και της δίνει ένα φιλί. Δε μένει τίποτα άλλο από το να ξεκινήσουν κι αυτοί για το σπίτι.

Μαμά με μουρτζούφλη γιο.
«Τι έχει πάθει το αγόρι μου κι έχει έτσι κατεβασμένα τα μούτρα;» ρωτάει όλο απορία η μαμά.
«Καλά είμαι. Δεν έχω τίποτα» απαντάει ο μικρός με κίνδυνο να χτυπήσουν τα μούτρα του στο δρόμο.
«Ε πως δεν έχεις κάτι; Δεν την ξεγελάς τη μανούλα» επιμένει η μανούλα που δεν ξεγελιέται.
Ο πιτσιρικάς αμίλητος. Περπατάει με το κεφάλι σκυφτό. Η μαμά τον ξέρει καλά. Από στιγμή σε στιγμή θα πει από μόνος του αυτά που θέλει να πει και τίποτα παραπάνω. Κι έτσι γίνεται. «Μάλωσα σήμερα με ένα συμμαθητή μου.»
«Γιατί;»
«Γιατί είναι βλάκας.»
«Δεν έχουμε πει ότι δε λέμε τέτοιες λέξεις;» προσέχει η μαμά την ανατροφή του γιου.
Αυτός συνοφρυώνεται για λίγο. Δεν πρέπει να λέει τέτοιες λέξεις αλλά με κάποιο τρόπο πρέπει να κάνει τη δήλωσή του. Το βρήκε. «Εντάξει, μπορεί να μη λέμε τέτοιες λέξεις, αλλά αυτός είναι» λέει.
«Αχ, τι θα κάνω με σένα; Και δε μου είπες. Γιατί μαλώσατε;» συνεχίζει τις ερωτήσεις η μαμά.
«Άλλη φορά μαμά. Τώρα δεν έχω όρεξη» αποφεύγει ο έξυπνος πιτσιρικάς.
«Κι η δασκάλα που ήταν; Δε σας είδε;» συνεχίζεται η μίνι ανάκριση.
«Όχι είχε βγει για λίγο έξω.»
«Και ποιος σας χώρισε;» αναρωτιέται η μεγάλη.
«Ένα άλλο παιδί. Μάκη τον λέγανε» απαντάει ο μικρός. «Και μετά δεν έκανα τίποτα άλλο, γιατί δεν είχα όρεξη, και περίμενα να τελειώσουμε για να έρθεις να με πάρεις» προλαβαίνει τις επόμενες ερωτήσεις και λήγει την κουβέντα. Ως εκεί. Προς το παρόν δεν ήθελε να πει τίποτα άλλο.

Μπαμπάς με νευριασμένο γιο.
Περπατάνε προς το σπίτι και το ρυθμό τον δίνει ο πιτσιρικάς. Ο πατέρας δε μιλάει. Ξέρει ότι είναι θέμα χρόνου να τα μάθει όλα. Ο γιος ξεφυσάει, παίρνει βαθιά ανάσα και δηλώνει. «Μπαμπά, είμαι νευριασμένος.»
Ο μπαμπάς το διασκεδάζει. «Άντε ρε που είσαι και νευριασμένος. Μια σταλιά άνθρωπος, έχεις και νεύρα.»
Ο σταλιάς τσιτώνεται. «Δεν είμαι μια σταλιά. Και αλήθεια σου λέω. Έχω νεύρα. Κι εσύ άμα θες μη με πιστεύεις.»
«Καλά καλά σε πιστεύω» πάει με τα νερά του διαδόχου ο πατέρας.«Και γιατί έχεις νεύρα;»
«Γιατί μάλωσα με ένα συμμαθητή μου.» Ο πατέρας πάει να πει κάτι αλλά ο μικρός τον προλαβαίνει. «Αυτός έφταιγε.»
«Ε βέβαια. Ποιος άλλος θα έφταιγε;» συμφωνεί γελώντας ο μπαμπάς.
«Μη κοροϊδεύεις. Αλήθεια. Και δε φτάνει μόνο αυτό.»
«Τι; Έχει κι άλλο;» ρωτάει όλο ενδιαφέρον ο γονιός που τώρα πραγματικά το διασκεδάζει.
«Ναι άκου. Εκεί που μαλώναμε έρχεται ένας άλλος να μας χωρίσει. Λες κι εγώ δε μπορούσα μόνος μου.»
«Μα τι μου λες τώρα γιε μου; Αυτά είναι πολύ σημαντικά πράγματα. Και μετά τι έγινε;»
Ο μικρός έχει πάρει πλέον χαμπάρι τον πατέρα του. «Καλά εσύ κοροϊδεύεις. Δεν καταλαβαίνεις. Θα τα πω στη μαμά στο σπίτι που θα με ακούσει.»
Ο πατέρας χαμογελάει. Ξέρει ότι δε θα μάθει λεπτομέρειες τώρα. Αυτές θα τις ακούσει σπίτι μαζί με τη μαμά. Με λίγη διπλωματία όμως μπορεί να μαζέψει κανά δυο πληροφορίες ακόμη. Παίρνει το αδιάφορο υφάκι και ρωτάει. «Και δε μου λες; Η δασκάλα που ήταν όλη αυτή την ώρα;»
«Δεν ξέρω. Είχε βγει για λίγο έξω» απαντάει ο μικρός με τρόπο που δε σηκώνει άλλες ερωτήσεις.
Αλλά κι ο μεγάλος δεν το βάζει κάτω. Δικός του γιος είναι. Ξέρει πως να τον πλησιάσει. «Μπορώ να κάνω άλλη μια ερώτηση; Αν βέβαια με αφήνεις.»
«Άντε καλά. Μία τελευταία» υποχωρεί η μεγάλη καρδιά.
«Τουλάχιστον τα παιδάκια αυτά τα γνώρισες; Έμαθες πως τα λένε;»
«Αυτόν που μαλώσαμε όχι. Τον άλλο τον λένε Τάκη» απαντάει χαριστικά αυτός και λήγει την κουβέντα.

Μαμά με χαμογελαστό γιο.
«Τι κάνει το παλικαράκι μου;»
Το παλικαράκι διατηρεί το χαμόγελο που είχε κατά την έξοδο. «Πολύ καλά μαμά» απαντάει.
«Γιατί άργησες να βγεις και ανησύχησα;» μπαίνει στο ψητό.
«Ρε μαμά, σου έχω πει να μην ανησυχείς. Είμαι μεγάλος πια» καθησυχάζει πρώτα την ανήσυχη μητέρα ο γιος και συνεχίζει να δώσει τις εξηγήσεις. «Κι άργησα γιατί έμεινα να πω στην κυρία Μαρία να μην ανησυχεί ούτε αυτή. Ότι όλα είναι υπό έλεγχο, όπως λέει κι ο μπαμπάς.»
«Άμα είναι όπως ο έλεγχος του μπαμπά σου τότε σωθήκατε όλοι εκεί μέσα» λέει χαμογελώντας η γυναίκα του μπαμπά. «Και γιατί είπες αυτό το πράγμα στην κυρία;» συνεχίζει.
«Μεγάλη ιστορία. Θα σου πω με το φαγητό» λέει στα γρήγορα ο πιτσιρικάς γιατί αγωνιά για τις επόμενες ερωτήσεις.
«Και δε μου λες. Άλλα παιδάκια γνώρισες σήμερα;»
«Αμέ» πετάγεται αυτός σχεδόν πριν τελειώσει η ερώτηση και παίρνει φόρα για να πει τα δικά του. «Ήταν δύο παιδιά που μαλώνανε όταν η κυρία ήταν στην τουαλέτα. Δεν ξέρω γιατί μαλώνανε. Αλλά πήγα και τους σταμάτησα. Όπως μας σταματάτε εσύ κι ο μπαμπάς όταν πειράζω την αδερφή μου. Και μετά τους γνώρισα. Αλλά δεν κάναμε πολύ παρέα γιατί ήταν και οι δύο θυμωμένοι. Δε μπορώ να καταλάβω όμως γιατί ήταν θυμωμένοι. Τους παρατηρούσα και δεν κάνανε σχεδόν τίποτα. Κι όταν σχολάσαμε βιάστηκαν να φύγουν. Αλλιώς θα σου έδειχνα ποιοι ήταν. Αλλά αύριο θα τους ξαναμιλήσω. Και πιστεύω ότι όλα θα είναι υπό έλεγχο, όπως λέει κι ο μπαμπάς» βάζει τελεία ο χείμαρρος.
Η μαμά έχει χίλιες ερωτήσεις και μπορεί να λέμε και λίγες. Θα τα ξεκαθαρίσει όλα στο σπίτι με το φαγητό. Προς το παρόν αρκείται στο να ρωτήσει. «Άλλους συμμαθητές σου γνώρισες ή μόνο αυτούς τους δύο;»
«Μπα. Μόνο αυτούς τους δύο. Αφού σου είπα. Μετά καθόμουνα και τους παρατηρούσα. Αλλά νομίζω ότι αυτοί είναι αρκετοί. Αυτοί θα είναι οι φίλοι μου» ανακοινώνει με σοβαρό και μεγαλεπήβολο ύφος ο ειρηνοποιός.
Η περήφανη μαμά έχει και μια τελευταία ερώτηση. «Τουλάχιστον σε αυτούς τους δύο είπες το πραγματικό σου όνομα ή άρχισες πάλι τις εξυπνάδες να αλλάζεις ένα γράμμα και να λες άλλα ονόματα;»
Ο μικρός μαζεύτηκε. Του κόπηκε για λίγο το χαμόγελο. Άρχισε να αναρωτιέται πως είναι δυνατόν να τα καταλαβαίνει όλα αυτή η μαμά. Σταματάει το περπάτημα. Την τραβάει από το χέρι για να σκύψει. Της δίνει ένα φιλί μαλαγανιάς και της ανακοινώνει. «Καλά ρε μαμά. Αύριο θα πω και στους δύο ότι με λένε Σάκη.»

Την άλλη μέρα ο Σάκης πλησίασε από μόνος του τον Γιώργο και τον Πέτρο. Κανένας δεν έδωσε σημασία στο χθεσινό τσακωμό. Ανώτερα άτομα κι οι τρεις. Όχι αστεία. Άλλωστε είχαν άλλα πράγματα στο μυαλό τους. Με κάποιο τρόπο έπρεπε να οργανώσουν την καλύτερη σκανταλιά για να μείνουν αξέχαστοι στην κυρία Μαρία. Κι ας της είχε υποσχεθεί ο Σάκης ότι όλα θα είναι υπό έλεγχο, όπως λέει κι ο μπαμπάς του.

Λίγο φασαριόζοι. Μια διαμάχη περίεργοι. Μια ένωση σκανταλιάρηδες. Αλλά ωραία τυπάκια!

28 Οκτ 2008

Η αλήθεια του τέλους

Κάνει ζέστη αλλά αυτός κρυώνει. Δε μπορεί να εξηγήσει γιατί. Όλα γύρω του θα έπρεπε να είναι ζεστά αλλά αυτός κρυώνει. Την παγωνιά άρχισε να τη νιώθει πρώτα εξωτερικά και σιγά σιγά την καταλάβαινε να περνάει στο εσωτερικό του. Να του τρώει τα σωθικά καθώς απλώνεται μέσα του σαν παλιρροϊκό κύμα. Δε μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Κάθεται ακίνητος και περιμένει.

Και να ήθελε να κουνηθεί δε θα μπορούσε. Είναι πολύ στριμωγμένος εκεί που κάθεται. Δε θυμάται πως βρέθηκε σ’ αυτό το αφιλόξενο μέρος μαζί με τόσους άλλους. Προσπαθεί αλλά δε μπορεί να θυμηθεί. Θέλει με όλη τη δύναμή του να καταλάβει αλλά δεν τα καταφέρνει. Το μόνο που του ερεθίζει τις σκέψεις του είναι η γνώση ότι κάποτε ήταν διασκορπισμένος σε πολλά σημεία. Χωρίς σχέδια, χωρίς σκοπό. Κάπως όμως ολοκληρώθηκε, χωρίς να θυμάται το πώς. Κι ενώ αυτό θα έπρεπε να είναι καλό, δεν του προσφέρει καμία ανακούφιση. Θέλει να θυμηθεί αλλά δε μπορεί κι αυτό τον κάνει να αισθάνεται ακόμη χειρότερα.

Το έδαφος που ακουμπάει είναι άσπρο. Σαν το παρελθόν του. Γύρω του οι όμοιοί του. Κανείς δε μιλάει. Αλλά τώρα ξέρει ότι δεν είναι επιλογή τους. Κι αυτός εδώ και ώρα προσπαθεί να μιλήσει, να ρωτήσει, να ζητήσει αλλά δε βγαίνει κανένας ήχος. Δε μπορεί. Στην κατάσταση που είναι δεν έχει τη δυνατότητα να μιλήσει. Θέλει να επικοινωνήσει αλλά δε μπορεί. Είναι εγκλωβισμένος στον εαυτό του και τις σκέψεις του. Και δε μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό. "Τι μου συμβαίνει ρε γαμώτο;" σκέφτεται δυνατά αλλά δεν ακούγεται τίποτα. Κανένας από τους άλλους δε μπορεί να του μιλήσει, πόσο μάλλον να τον καταλάβει. Ή μήπως όλοι τον καταλαβαίνουν γιατί νιώθουν το ίδιο; Δεν ξέρει κι απ’ ό,τι φαίνεται δε θα μάθει ποτέ.

Προσπαθεί να κοιτάξει προς τα πάνω. Χαμηλός φωτισμός και στην άκρη του οπτικού του πεδίου κάτι σιγοκαίει. Περίεργα πράγματα. Αν απομονώσει όλους τους άλλους η ατμόσφαιρα θα έπρεπε να ήταν ευχάριστη. Αλλά αυτός δεν αισθάνεται καθόλου καλά. Κι όσο περνάει η ώρα όχι μόνο μεγαλώνει η αγωνία του αλλά και το κρύο που νιώθει. Έχει αρχίσει να χάνει κάθε ίχνος αισιοδοξίας που θα μπορούσε να ανακαλύψει και να απελπίζεται. Μέχρι που.

Μέχρι που αρχίζει να νιώθει κάτι ωραίο. Δεν ξέρει τι είναι ακριβώς αλλά κάτι ανακουφιστικό αρχίζει να γίνεται. Προσπαθεί να το προσδιορίσει. Δεν είναι σίγουρος αλλά νομίζει ότι κάποιοι όμοιοί του αρχίζουν να φεύγουν. Ναι αυτό είναι. Γιατί έχει αρχίσει να νιώθει λίγο πιο χαλαρά. Λίγο πιο άνετα. Το κρύο δε σταματά αλλά τουλάχιστον τώρα είναι πιο άνετα. Αρχίζει να παίρνει τα πάνω του. Αφού φεύγουν κάποιοι αυτό σημαίνει ότι κάποια στιγμή θα φύγει κι αυτός. Και δύσκολα θα βρεθεί σε χειρότερο μέρος από αυτό που είναι τώρα.

Η ώρα περνάει και τώρα έχουν μείνει λίγοι. Εκεί όμως που θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένος γιατί δεν αργεί και η σειρά του να φύγει, έχει αρχίσει να αγχώνεται. Ο χρόνος που πέρασε τον έβαλε σε σκέψεις. "Που πάνε οι άλλοι; Είναι όντως καλύτερα εκεί που πάνε; Και γιατί αυτό το κρύο δε σταματάει με τίποτα; Και γιατί ακόμη κανένας δε μπορεί να μιλήσει; Τι συμβαίνει; Τι με περιμένει; Ποιος; Γιατί; Έχω πειράξει κανένα; Έχω φταίξει σε τίποτα; Δε μπορεί κάποιος να μου δώσει να καταλάβω; Ζητάω πολλά;".

Χαμένος στις σκέψεις του αργεί να συνειδητοποιήσει ότι έχει μείνει μόνος του μέχρι που κάτι απροσδιόριστο τον αρπάζει και αρχίζει να αιωρείται. Φοβάται. Προσπαθεί να ουρλιάξει αλλά δεν ακούγεται τίποτα. Πλησιάζει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, χωρίς να το θέλει αλλά και χωρίς να μπορεί να το ελέγξει, κι όταν απομακρύνεται έχει μείνει μισός. Μισός. Είναι τρομοκρατημένος. Φωνάζει με όλη του τη δύναμη. Δε πονάει γιατί το κρύο πλέον είναι απόλυτο. Αρχίζει να κινείται και πάλι. Στον αέρα. Μια ανώτερη δύναμη τον κινεί και αυτός δε μπορεί να κάνει τίποτα. Θέλει να δραπετεύσει σαν τρελός αλλά δε μπορεί. Δεν είναι πλέον στις δυνάμεις του. Ποτέ δεν ήταν.

Τώρα βρίσκεται σε κάτι σκοτεινό με κάτι άσπρους σταλακτίτες και σταλαγμίτες να κρέμονται απειλητικοί γύρω γύρω. Αρχίζουν να ανεβοκατεβαίνουν και να κατακρεουργούν το σώμα του. Εξακολουθεί να μη νιώθει πόνο αλλά τώρα ξέρει ότι ήρθε το τέλος του. Οριστικά. Και για πρώτη φορά αφήνεται. Μόνο τότε, μια στιγμή ακριβώς πριν το τέλος, συνειδητοποιεί την ύπαρξή του. Καταλαβαίνει το λόγο που συμβαίνουν όλα αυτά. Η τελευταία σκέψη του πριν χαθεί για πάντα στο έρεβος είναι: "Ήμουν άραγε ένας απλός ντολμάς ή ένα νόστιμο ντολμαδάκι;".

Την ίδια στιγμή ένα ζευγάρι, σε ένα δείπνο υπό το φως κεριών.
Γυναίκα: Μωρό μου μπορεί να κρυώσανε αλλά ήταν πεντανόστιμα τα ντολμαδάκια σου! Δεν έπρεπε να μοιραστούμε το τελευταίο.
Άντρας: Χαχα.. Πλεονέκτρα μου εσύ! Αφού σου το ’χα πει. Τα ντολμαδάκια είναι η σπεσιαλιτέ μου!

Η παραπάνω ντολμαδοϊστορία προέκυψε μετά από πρόσκληση του Mahler76 στο ντολμαδοπαίχνιδο. Οι έχοντες την "όρεξη" να συνεχίσουν.
Την καλησπέρα μου σε όλους.

24 Οκτ 2008

ΜΙ(β): Που είναι ο ταυρομάχος;

Με την οικογένεια δεν είχε ποτέ κανένα πρόβλημα. Μπορεί κάποιες φορές να ήταν το μαύρο πρόβατο. Αλλά ήταν το αγαπημένο τους πρόβατο. Αυτό που ξεχώριζε από το κοπάδι. Που έδινε χρώμα και λίγο περισσότερο νόημα στη ζωή τους. Τη ζωντάνια που, ίσως, τους έλειπε κάποιες φορές. Χαρούμενο περιβάλλον δημιουργεί χαρούμενους ανθρώπους. Έτσι δεν είναι;

Ήταν πάντα καλός μαθητής. Πιο πολύ έξυπνος παρά διαβασμένος. Μπορούσε να καταλάβει τα κουμπιά των άλλων και να τα πατήσει όταν ακριβώς χρειαζόταν. Αλανάκι στις παρέες κι ο αγαπημένος των καθηγητών. Δύσκολος συνδυασμός. Ακροβατούσε, ρίσκαρε αλλά έβγαινε πάντα κερδισμένος. Ή σχεδόν πάντα. Στη σούμα πάντως ήταν από πάνω. Αν ξέρεις να παίζεις στο τέλος θα κερδίσεις. Έτσι δε λένε;

Φοιτητικά χρόνια στο Πολυτεχνείο. Πέρασε κατά τύχη. Δεν τα υπολόγιζε έτσι. Αλλά δεν τον χάλασε. Εκεί διάβαζε και λιγάκι. Ακριβώς τόσο, όσο χρειαζόταν. Όχι για να μάθει. Για να ξεμπερδεύει. Όμορφα χρόνια. Γνωριμίες, φιλίες, αλητείες, κρεπάλες, άγχη, στριμοκωλιές, γέλια, κλάματα, χαρές, λύπες. Απ’ όλα είχε ο μπουφές. Έτσι δεν έπρεπε;

Μετά; Μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. Να μην ταξιδέψει και λίγο; Να μην πάρει ένα πτυχιάκι παραπάνω; Τσάμπα είναι. Ή σχεδόν τσάμπα. Εδώ τα πράγματα πιο δύσκολα. Αλλά αυτός δε μάσησε. Φοιτητικά χρόνια σε μικρογραφία. Τώρα διάβαζε όμως. Δεν του άρεσαν αυτά που καταλάβαινε αλλά συνέχισε. Αφού μπήκε στο χορό θα χορέψει. Μέχρι το τέλος. Έτσι δεν κάνουν;

Επιστροφή στα πάτρια εδάφη. Ήρθε η ώρα να εκπληρώσει το χρέος στη μαμά. Όχι τη βιολογική, την άλλη. Πόσο μπορεί να κακοπεράσει ένας αόρατος φαντάρος όταν έχει ένα μικρό βύσμα και χρόνια προϋπηρεσία στο να βρίσκει κουμπιά και να τα πατάει την κατάλληλη στιγμή; Ένα χρονάκι ζάχαρη με όλα τα έξοδα πληρωμένα. Έτσι δε συνηθίζεται;

Τώρα ήρθε η ώρα για σοβαρή δουλειά. Να βγάλει το ψωμί του. Να ζήσει. Δούλος του προτζεκταριάτου. Αλλά είπαμε. Έξυπνο παλικάρι αυτός. Ξεχώρισε. Ανέβηκε. Έφτιαξε την ομάδα του. Και τώρα κάθεται να απολαμβάνει τον ιδρώτα των άλλων όπως κάποτε, κάποιοι άλλοι, ξεδιψούσαν με τον δικό του. Έτσι δε συμβαίνει;

Όλα αυτά τα χρόνια οι γυναίκες δε λείψανε από το πλευρό του. Πέρασε καλά. Πέρασε άσχημα. Πλήγωσε. Πληγώθηκε. Μέχρι να γνωρίσει τη μία. Τη μοναδική. Τη δικιά του. Και να φτιάξει μαζί της τη ζωή του. Και τη δικιά της. Να της χαρίσει συναισθηματική πληρότητα και να πιστέψει ότι θα τη βρει κι αυτός. Έτσι δεν ξεκινάνε;

Πολλές πράξεις. Λίγα λόγια.
Όλα με σκοπό. Τίποτα με άλλοθι.
Πάντα μπροστά. Ποτέ πίσω.

Δημιούργησε μόνος του έναν αξιοθαύμαστο γυάλινο κόσμο. Τον δικό του γυάλινο κόσμο. Έλιωσε το ακατέργαστο γυαλί με τη φωτιά που έκαιγε μέσα του. Του χάρισε την πνοή του όχι μόνο για να του δώσει σχήμα αλλά και ζωή. Τα τακτοποίησε όλα όπως ήθελε. Με σειρά. Με τάξη. Καθάρια. Διάφανα. Και τα τοποθέτησε σε μια αρένα ταυρομαχίας. Με τον ίδιο στο κέντρο της. Γύρω τους χιλιάδες άνθρωποι ζητωκραυγάζουν. Άλλοι με δέος. Άλλοι με φθόνο. Ανυπομονούν. Περιμένουν την έναρξη της μάχης. Κανείς όμως δεν ξέρει ότι αυτός είναι ο ταύρος.

Κι ο ταυρομάχος είναι νεκρός από καιρό..

19 Οκτ 2008

ΜΙ(α): Απόδραση

Ξύπνησε. Είναι νωρίς ακόμη. Χαράματα. Το ελάχιστο φως διακρίνεται με δυσκολία από το κλειστό παντζούρι. Δε σαλεύει. Ασυναίσθητα παίρνει βαθιά ανάσα και την κρατάει. Για όσο αντέχει. Την κρατάει. Κι άλλο. Λίγο ακόμη. Το οξυγόνο έχει στηθεί στα τρία μέτρα μέσα στους πνεύμονές του. Πυρ κατά βούληση. Εκτελείται με συνοπτικές διαδικασίες. Η τελευταία κυψελίδα ασφυκτιά. Τα μάτια σκοτεινιάζουν. Ο εγκέφαλος ουρλιάζει στ’ αυτιά του. Ησυχία. Λίγο ακόμη. Μπορεί. Κι εκπνέει.

Γυρνάει το σώμα του. Δίπλα του μια φιγούρα. Τα σκεπάσματα ανεβοκατεβαίνουν ρυθμικά πάνω της. Κοιμάται ακόμη. “Γιατί;” σκέφτεται. “Τι δουλειά έχει εδώ;”. Θυμάται ότι ήταν δική του ιδέα να μείνει. Κάτι μαλακίες που κάνει ώρες ώρες. Είναι γυμνή. Όπως κι αυτός. Το μυαλό του δε νιώθει τίποτα. Ένας πολτός χωρίς άρωμα, χωρίς γεύση, χωρίς τίποτα. Το σώμα μουδιασμένο. Εκτός από το πέος του. Αυτό είναι σκληρό. Περιθωριοποιημένο από το υπόλοιπο σώμα. Ακολουθώντας τους δικούς του κανόνες. Την πλησιάζει. Την αγγίζει. Χωρίς χάδια. Χωρίς ίχνος τρυφερότητας. Απλά για να την ευθυγραμμίσει μ’ αυτόν. Δε θέλει να κάνουν έρωτα. Δε θέλει να κάνουν σεξ. Δε θέλει να γαμηθούν. Θέλει να γαμήσει. Όχι την ίδια. Τον εαυτό του.

Με μια απότομη κίνηση μπαίνει μέσα της. Σταματάει όταν είναι όλος μέσα. Αισθάνεται στιγμιαία μια ζεστασιά που του γαργαλάει τις αισθήσεις. Η μόνη παραφωνία στα κτηνώδη ένστικτα. Εκείνη ξυπνάει και ανταποκρίνεται. Έχει αρχίσει να υγραίνεται. Η ανάσα της γίνεται πιο βαθιά και το σώμα της βολεύεται για να τον πάρει κι άλλο μέσα. Δε μιλάει. Ευτυχώς γι’ αυτόν. Δεν είχε όρεξη για κουβέντες. Αρχίζει να κινείται. Στην αρχή σιγά σιγά και μετά πιο γρήγορα. Αυτή δείχνει να το ευχαριστιέται. Κάνει μια κίνηση για ν’ αλλάξουν στάση. Αυτός την πιάνει με βία για να την κρατήσει εκεί που είναι. Το προηγούμενο βράδυ είχαν γαμηθεί με όλους τους πιθανούς τρόπους. Τώρα ήθελε απλά να χύσει. Να γαμήσει όχι μόνο τον εαυτό του αλλά και τα συναισθήματά του και μετά να χύσει. Ξερά. Και το κάνει. Πετάει το σπέρμα του πάνω στο σεντόνι. Ανάμεσά τους. Ένας υγρός λεκές για να τους χωρίζει. Μια άσπρη λιμνούλα λευκού, αλλά όχι αγνού, σπέρματος που θα μπορεί να πνίξει τις σκέψεις του.

Εκείνη δε κουνιέται. Μένει με γυρισμένη την πλάτη. Αυτός σηκώνεται. Κανείς δε μιλάει. Φοράει τα πεταμένα ρούχα στο πάτωμα. Φεύγοντας από το δωμάτιο της λέει να κοιμηθεί γιατί είναι νωρίς ακόμη και κλείνει την πόρτα. Ποτέ δεν είδε τα δάκρυα που έσταξαν από τα μάτια της. Και να τα ’βλεπε δε θα είχε καμία διαφορά. Δεν ήταν πάντα έτσι. Ή μάλλον δεν ήταν ποτέ έτσι. Ένα αδιάφορο τσογλάνι που δε δίνει σημασία σε τίποτα.

Έξω αρχίζει να ξημερώνει. Όλα τα παντζούρια του σπιτιού είναι κλειστά. Δεν είναι ώρα για εξαγνισμό. Πηγαίνει στην κουζίνα και φτιάχνει μηχανικά ένα ξέπλυμα που το ονομάζει καφέ. Κάθεται στον υπολογιστή. Βάζει μουσική. Χαμηλά. Όχι για να μην ξυπνήσει την κοπέλα που, μάλλον, κοιμάται στο δωμάτιο. Γιατί τον πονάνε τ’ αυτιά. Το μυαλό του δεν έχει σταματήσει να ουρλιάζει. Ανοίγει ένα νέο αρχείο. Μια λευκή σελίδα μπροστά του που τον τυφλώνει. Ένας κέρσορας πάνω αριστερά που αναβοσβήνει. Σαν να σηματοδοτεί μια αντίστροφη μέτρηση. Για κάτι. Δέκα. Εννιά. Οχτώ. Εφτά. Έξι. Πέντε. Τέσσερα. Τρία. Δύο. Ένα. Τι θα γίνει στο Μηδέν;

Στρίβει τσιγάρο. Το ανάβει παίρνοντας μια βαθιά τζούρα. Την κατεβάζει και την κρατάει μέσα του. Αντί να τη βγάλει παίρνει μια ακόμη ανάσα. Πίνει μια γουλιά από το ξέπλυμα, με τον καπνό να τυλίγει τους πνεύμονες και να τους καίει. Καταπίνει κι εκπνέει. Αρχίζει να γράφει. Γράμματα που σχηματίζουν λέξεις. Λέξεις που σχηματίζουν προτάσεις. Προτάσεις που σχηματίζουν το τίποτα.

Πληκτρολογεί χωρίς να σκέφτεται. Είχε ξεχάσει ότι υπήρχε κι άλλος άνθρωπος στο σπίτι μέχρι που την είδε μπροστά του. “Θα φύγω” του λέει. “Να προσέχεις” της απαντά σαν ηλίθιος μαλάκας που είναι. “Θα σε ξαναδώ;” τον ρωτάει. Για ποιο λόγο σκέφτεται αυτός αλλά το μόνο που της λέει είναι “Είσαι σίγουρη ότι το θες;”. Δεν παίρνει απάντηση. Ακούει μόνο το κλείσιμο της πόρτας. Και πάλι μόνος. Αλλά πότε είχε παρέα τον τελευταίο καιρό;

ΑΑΑαααΑΑΑαααΑΑΑαααΑΑΑααα! Το μυαλό συνεχίζει να ουρλιάζει. Αλλά δεν ακούγεται τίποτα εκτός από τις μελαγχολικές νότες της μουσικής. Κι αυτός συνεχίζει να γράφει. Προσπαθεί να ξορκίσει τους δαίμονές του. Αυτούς που κρέμονται από τις βλεφαρίδες του. Παίζουν και διασκεδάζουν. Έχουν στήσει γιορτή μπροστά από τα μάτια του. Τα κλείνει. Τ’ ανοίγει. Ακόμη εκεί είναι.

Οι ώρες περνάνε. Μπροστά από τον υπολογιστή. Το ξέπλυμα αντικαταστάθηκε με νέο ξέπλυμα. Το τασάκι γέμισε και άδειασε μόνο και μόνο για να ξαναγεμίσει. Ο δίσκος είναι στο repeat όλη μέρα. Δε θα μπορούσε ν’ ακούσει τίποτα άλλο σήμερα. Δεν θα ήθελε. Το κινητό και το σταθερό έχουν χτυπήσει πολλές φορές. Δε τα σήκωσε καμιά. Δε θέλει να μιλήσει σε κανέναν και για τίποτα. Δεν έχει όρεξη. Σήμερα αποφάσισε να μη φορέσει τη μάσκα του. Να την αφήσει στην άκρη να σαπίσει όπως και το πρόσωπό του. Αύριο μπορεί. Αύριο μπορεί να την πάρει πάλι, να την καθαρίσει, να τη σκουπίσει, να τη γυαλίσει και να τη φορέσει να βγει στον έξω κόσμο. Μπορεί. Σήμερα όμως όχι. Σήμερα θέλει να καθρεφτίζονται τα στραπατσαρισμένα μούτρα του στο μουντό φως της οθόνης. Να αχνοφαίνονται ακριβώς πίσω από τις λέξεις χωρίς νόημα.

Βράδιασε και κοντεύει να ξημερώσει. Ακόμη μπροστά από την οθόνη. Τσιγάρο. Καφές. Λέξεις. Δαίμονες. Σηκώνεται και πάει να ξαπλώσει. Δε νυστάζει αλλά θέλει να κοιμηθεί. Πριν πέσει στο κρεβάτι βλέπει στο κέντρο του έναν ξεραμένο άσπρο λεκέ. Έναν άσπρο λεκέ πάνω στο μπλε σεντόνι. Θέλει να τ’ αλλάξει. Θέλει να διώξει τη μυρωδιά του χθεσινού βραδιού. Τους ήχους. Τις αναμνήσεις. Δεν το κάνει. Ξαπλώνει και βάζει το κεφάλι του πάνω στο ξεραμένο σπέρμα. Ενώνεται μ’ ένα χαμένο κομμάτι του εαυτού του. Ενός εαυτού που είχε γαμήσει με απάθεια μόλις πριν λίγες ώρες. Κλείνει τα μάτια του.

Το ουρλιαχτό σταματάει για πρώτη φορά. Ακούει ένα νεογέννητο μωρό να κλαίει παλεύοντας να πάρει την πρώτη του ανάσα. Ξέρει ότι δεν είναι παιδί πια. Η αθωότητα έχει χαθεί. Γνωρίζει ότι δε μπορεί να γυρίσει πίσω το χρόνο. Παραμένει όμως προσκολλημένος στο παρελθόν. Δε μπορεί να σταματήσει ν’ αναρωτιέται τι άλλο θα μπορούσε να γίνει. Αφήνει το τίποτα να ματώσει μέσα στο τίποτα. Το μόνο που πραγματικά θέλει αυτή τη στιγμή είναι ν’ αποκοιμηθεί. Και να ονειρευτεί ότι δραπετεύει..

16 Οκτ 2008

Λίγες τούζες για ένα Παρ (II)

- Να ρωτήσω κάτι;
- Ό,τι θες.
- Πως σε λένε;
- Έχει σημασία;
- Καμία.
- Πάμε πάλι;
- Πάμε.

-------

- Να σου γνωρίσω την τέτοια.
- Χάρηκα.
- Και την άλλη.
- Χάρηκα.
- Και την αυτή.
- Χάρηκα.
- Και την παρά άλλη.
- Χάρηκα.
- Και την..
- Που να τη βάλω τόση χαρά;

-------

- Πόσοι ήταν;
- Πολλοί.
- Πόσες ήταν;
- Πολλές.
- Τι κάνατε;
- Πολλά.
- Ήταν ωραία;
- Πολύ.
- Θέλω κι εγώ!
- Πολλά θες.

-------

- Μα μη λες τέτοιες λέξεις.
- Όπως;
- Παρτούζες.
- Εγώ σκέτο τούζες είπα.
- Πονηρό μυαλό.
- Πονηρό εγώ. Βρώμικο εσύ.
- Α να χαθείς.
- Είμαι ήδη χαμένος.

13 Οκτ 2008

Το τρίο κι οι αλήθειες (6.5)

Βραδάκι. Ο Γιώργος με τον Πέτρο είναι στο σπίτι του Σάκη. Μόλις έχουν ντερλικώσει το παστίτσιο της μητέρας του Σάκη. Μέσα από το τάπερ. Ούτε καν μπήκαν στον κόπο να το βάλουν σε πιάτα. Ευτυχώς που χρησιμοποίησαν πιρούνια. Οι επισκέπτες ανάβουν το γλυκό τσιγάρο που ακολουθεί ένα ωραίο γεύμα την ώρα που ο Σάκης επιστρέφει από την κουζίνα με μια κόκα. Λάιτ. Μη ξεχνιόμαστε. Ανάβει κι αυτός το τσιγάρο του κι αράζει στον καναπέ.

«Δηλαδή τώρα θα πρέπει να πούμε αλήθειες για την πάρτη μας;» ρωτάει ο Γιώργος εκπνέοντας τον καπνό μιας μεγάλης τζούρας.
«Και πόσες αλήθειες πρέπει να πούμε;» συμπληρώνει την ερώτηση ο Πέτρος τραβώντας μια μεγάλη τζούρα.
«Ναι ρε. Μην τρελαίνεστε. Κανονικά πρέπει να πούμε εφτά αλήθειες. Αλλά επειδή εμείς είμαστε τρεις και λίγο τσογλανάκια θα πούμε από δύο ο καθένας και την έβδομη θα την αφήσουμε να αιωρείται. Κι όλο και κάποιος θα βρεθεί να την αρπάξει» εξηγεί ο Σάκης ρουφώντας και βγάζοντας ταυτόχρονα μια μεγάλη τζούρα. Μαγικό θέαμα.
«Και πως τα έμαθες εσύ όλα αυτά;» ζητάει περισσότερες εξηγήσεις ο Γιώργος.
«Εσείς πως είχατε μάθει τότε για τις τρεις ευχές; Κάπως έτσι κι εγώ. Άντε Γιώργο ξεκίνα.»

«Άντε καλά. Λοιπόν. Πρώτον, δε πιστεύω στα ζώδια. Δεύτερον, τον τελευταίο καιρό νιώθω κάπως περίεργα χωρίς να μπορώ να εξηγήσω το πώς και το γιατί» φανερώνει τα σώψυχά του ο Γιώργος.
Ο Πέτρος δεν αντέχει να μη σχολιάσει. «Δε πιστεύεις στα ζώδια αλλά που και που τα διαβάζεις σε εφημερίδες και περιοδικά.»
«Λεπτομέρειες. Έτσι καμιά φορά τα διαβάζω για το χαβαλέ. Για ν’ αποδείξω ότι λένε χαζομάρες. Αν τα πίστευα τώρα θα έπρεπε να ήμουν πλούσιος, πετυχημένος, με την καλύτερη γυναίκα δίπλα μου κι όλη τη ζωή μπροστά μου.»
«Μήπως επειδή δεν έχεις τίποτα από αυτά νιώθεις κάπως περίεργα;» επιμένει ο Πέτρος.
Ο Σάκης επεμβαίνει προλαβαίνοντας το Γιώργο. «Έλα, έλα, δε θέλω σχόλια. Πέτρο άσ’ τον κι εσύ ρε μαλάκα. Αφού τον βλέπεις ότι δεν είναι στα καλά του.»
«Γιατί είμαι εγώ; Συγγνώμη ρε φιλαράκι» μετανοεί αυτός.
«Συγχωρεμένος. Άντε σειρά σου» συγχωρεί και προτρέπει ο μεγαλόψυχος.

«Ωραία. Η πρώτη μου αλήθεια είναι ότι όσο και να σπάω το κεφάλι μου δε μπορώ να θυμηθώ το λόγο για τη μία και μοναδική φορά που μάλωσα με το Γιώργο.» Ο Γιώργος γελάει χωρίς να το κρύψει. Αυτός θυμάται. «Κι αυτό που μου τη δίνει περισσότερο είναι ότι αυτός ξέρει και δε μου το λέει» αγανακτεί ο Πετράκης.
Ο Σάκης πετάγεται πριν ανοίξει καινούρια διαμάχη. «Μη ξεφεύγεις. Έλα τώρα που το έχεις. Ποια είναι η δεύτερη αλήθεια;»
«Παρόμοια με του Γιώργου είναι. Νιώθω ότι κάτι δεν πάει καλά, πέρα από τα γνωστά προβλήματα. Κάτι βαθύτερο.»
«Ωραία φιλαράκι. Και γαμώ είμαστε κι οι δύο» συμπονά ο Γιώργος και γυρίζει προς το Σάκη. «Άντε πες κι εσύ.»

«Ένα. Μία από τις αγαπημένες μου ταινίες είναι μια αισθηματική κομεντί αλλά δε σας το λέω γιατί θα με δουλεύετε» φανερώνει την πρώτη αλήθεια-φοβία ο Σάκης.
«Ναι εσένα περιμέναμε να μας το πεις τώρα. Λες και δεν το ξέραμε» λέει χαμογελώντας ο Γιώργος.
Πετάγεται κι ο Πέτρος. «Καλά σου λέει ρε παπάρα. Αφού κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα τη βλέπεις κανά δυο φορές. Επειδή τη βλέπεις μόνος σου νομίζεις ότι δεν το ξέρουμε;»
«Να χαρώ εγώ εξομολόγηση» συνεχίζει με το ίδιο χαμόγελο ο Γιώργος.
«Άντε. Σπουδαία αλήθεια μας φανέρωσες. Για να δούμε και τη δεύτερη» ανυπομονεί ο Πέτρος.
«Δύο. Πάνω κάτω τα ίδια μ’ εσάς. Απλά είναι στιγμές που νιώθω ότι δεν έχω τον έλεγχο. Ποτέ δεν τον είχα δηλαδή. Αλλά τώρα είναι κάπως διαφορετικά. Δεν ξέρω. Πολύ μπερδεμένα.»

Μένουν για λίγο σιωπηλοί. Σκέφτονται. Δύσκολα τα πράγματα. Κάπως περίεργα ο ένας. Κάτι δεν πάει καλά ο άλλος. Εκτός ελέγχου ο τρίτος. Προβληματίστηκαν από το πουθενά. Ανάβουν τσιγάρο πίνοντας την τελευταία κόκα.
«Πάμε για κανά ποτάκι;» πετάγεται ο Γιώργος.
«Λέτε να πάμε για ένα χαλαρό;» ψιλοσυμφωνεί ο Πέτρος.
«Και δεν πάμε; Έτσι για τη χώνεψη» και σηκώνεται από τον καναπέ ο Σάκης.

Λίγο ζαβολιάρηδες. Μια αλήθεια ανήσυχοι. Ένα παιχνίδι μαλάκες. Αλλά ωραία τυπάκια!

Αυτοί πήγαν για το χαλαρό ποτάκι τους κι εγώ έμεινα εδώ μόνος. Δηλαδή περίπου μόνος. Είναι μαζί μου και μια περισσευούμενη αλήθεια που αιωρείται. Πως το είχε πει ο Σάκης; “Όλο και κάποιος θα βρεθεί να την αρπάξει.” Κάτι ήξερε αυτός. Κάποιος βρέθηκε. Να λοιπόν και η δική μου αλήθεια..

Έχει αρχίσει να γίνεται δύσκολο να γράφω νέες ιστορίες για το τρίο από τότε που σκέφτηκα ποια θα είναι η τελευταία τους ιστορία.


Τα γνωστά. Η ιστορία αυτή είναι έκτακτη, μετά από πρόσκληση της fei. Κανονικά πρέπει να καλέσω κι εγώ άλλα εφτά άτομα. Πέραν όμως της dot (που με είχε καλέσει παλιότερα), της vicky (που είχε ανταποκριθεί) και του γιατρού (που έδειξε την πρόθεση να ανταποκριθεί αν δεν είχε ήδη παίξει) δε θέλω να υποχρεώσω κανέναν (ούτε τους τρεις προηγούμενους), σκεφτόμενος ότι σε κάποια άτομα δεν αρέσουν τα blogoπαίχνιδα και κάποια άλλα μπορεί να μην έχουν όρεξη να παίξουν τη δεδομένη στιγμή. Έτσι λοιπόν η πρόσκληση είναι ανοιχτή. Όσοι από τους δεξιά θέλουν, θα είναι χαρά μου να παίξουν.

9 Οκτ 2008

Λίγοι οξυσμοί για ένα Παρ (I)

- Πάμε καλά;
- Όχι. Αλλά κρατήσου.
- Δεν αντέχω άλλο.
- Τότε σταμάτα.
- Δε θα πέσω;
- Θα πέσεις.
- Δε θέλω.
- Ε τότε κρατήσου. Πιο γερά.

-------

- Τα λεφτά θα μας φτάσουν;
- Ανάλογα.
- Με τι;
- Δεν ξέρω.
- Κατάλαβα.
- Αλήθεια;

-------

- Θα φύγουμε;
- Όχι.
- Αφού θέλω να φύγω.
- Ε φύγε.
- Φοβάμαι.
- Κι εγώ.

6 Οκτ 2008

Το τρίο κι οι Χ Ψ Ζ (06)

Ο Γιώργος είναι σε μια σχέση εδώ και χρόνια. Δεν έχει σημασία πόσα. Κάποιοι θα έλεγαν λίγα. Κάποιοι αρκετά. Κάποιοι πολλά. Σημασία έχει ότι στο Γιώργο φαίνονται αιώνες. Την αγαπάει τη Χ. Αλήθεια. Χωρίς μαλακίες. Αλλά θέλει να χωρίσει. Τουλάχιστον έτσι νομίζει. Δεν αντέχει άλλο. Αυτή η σχέση τον πνίγει. Δεν ξέρει πότε ακριβώς άρχισε να αισθάνεται έτσι. Πάει καιρός. Το μόνο που ξέρει είναι ότι δεν έχει νόημα πλέον. Παρόλα αυτά φοβάται. Στενοχωριέται. Δε θέλει να την πληγώσει. Όχι επειδή τη λυπάται. Αν τη λυπόταν θα είχε φύγει εδώ και καιρό. Στενοχωριέται γιατί την αγαπάει. Κι αυτή τον αγαπάει. Τον λατρεύει. Είναι προσκολλημένη πάνω του. Ζει και αναπνέει γι’ αυτόν. Κάπου εκεί τον έχασε. Δεν ξέρει τι να κάνει. Ξέρει ότι μαζί της δε μπορεί να έχει αυτό που θέλει. Αυτή του τα δίνει όλα. Αυτός όμως δεν ξέρει τι θέλει. Είναι σε δίλλημα. Δεν είναι καλά. Κωλοκατάσταση.

Ο Πέτρος σε λίγο καιρό κλείνει δύο χρόνια με την Ψ. Έχουν μια ισορροπημένα ανισόρροπη σχέση. Σοβαρά. Αυτοί οι δύο καταφέρνουν να μη συγχρονίζονται, με μαθηματική ακρίβεια. Στην αρχή γούσταρε τρελά η Ψ. Αυτή του τα έριξε. Γυναίκα που παίρνει αυτό που θέλει. Όχι μαλακίες. Ο Πέτρος ανταποκρίθηκε γιατί δεν είχε τίποτα καλύτερο εκείνο τον καιρό. Η Ψ τσίτα γκάζι. Ο Πέτρος στο ρελαντί. Κάποια στιγμή άρχισε να γκαζώνει αυτός και η Ψ να πατάει φρένο. Εκεί που συναντήθηκαν πέρασαν τους δύο καλύτερους μήνες της σχέσης τους. Η διαδικασία όμως συνεχίστηκε. Ο Πέτρος γκάζι. Η Ψ φρένο. Ο Πέτρος έτοιμος για μετωπική στον τοίχο. Η Ψ έτοιμη να σβήσει τη μηχανή. Ούτε καν για ρελαντί και βλέπουμε. Δεν είναι χαζός. Καταλαβαίνει τι παίζει κι αναρωτιέται αν είναι πλέον αργά. Δεν ξέρει όμως τι να κάνει. Δεν είναι καλά. Κωλοκατάσταση.

Ο Σάκης ήταν με τη Ζ σχεδόν ένα χρόνο. Μεγάλη ιστορία η Ζ. Το παρελθόν τους έδινε υλικό για τρία άρλεκιν τουλάχιστον. Χαθήκαν. Αλλά ξαναβρεθήκαν μετά από καιρό. Και σημασία έχει ο τελευταίος χρόνος. Το πήραν από την αρχή. Κι όπως κάθε αρχή, όλα ήταν καλά. Στην αρχή. Μετά ρουτίνιασαν. Και λίγο πιο μετά χώρισαν. Μαλακίες. Δε χώρισαν. Η Ζ χώρισε το Σάκη. Αυτός δεν ήθελε. Να χωρίσουν. Κι αυτή δεν ήθελε. Το Σάκη. Η μοναδική κοπέλα που πραγματικά αγάπησε τον άφησε. Αυτός τη διεκδίκησε. Όσο μπορούσε. Δεν κατάφερε τίποτα. Έχουν κόψει κάθε επαφή. Τον πλήγωσε κι ακόμη είναι πληγωμένος. Παρόλο που έχουν περάσει κάποιοι μήνες. Είναι η πρώτη φορά που αισθάνεται έτσι. Δεν του έχει ξανασυμβεί. Δεν ξέρει πως να το αντιμετωπίσει. Δεν είναι καλά. Κωλοκατάσταση.

Οι τρεις φίλοι μόλις τελείωσαν το ταβλάκι τους. Τα κλασσικά. Γιώργος, Πέτρος τα πούλια. Σάκης τα ζάρια. Το παιχνίδι έληξε με πανηγυρική νίκη του Γιώργου.
«Τι ήταν αυτό το σημερινό ρε φίλε; Γιατί τόσο χάλια; Κατάλαβες τι έγινε;» παίζει με το πτώμα του αντιπάλου του ο Γιώργος.
Ο Πέτρος προσπαθεί να σηκωθεί από τις στάχτες του. «Ε βέβαια. Αφού είχα τον παπάρα να φέρνει τις πεντάρες και τις εξάρες σε σένα κι εγώ να προσπαθώ να βολευτώ με άσσο δύο και στις καλές ζαριές με τρία δύο.»
«Παρακαλώ να μην κατηγορείτε τα ζάρια. Οι μεγάλοι παίχτες βολεύονται με όλα» υπερασπίζει τη θέση του ο Σάκης.
«Καλά σου λέει ρε άχρηστε. Άσε τα ζάρια. Αφού ταξίδευες την ώρα που παίζαμε» δίνει τα αίτια της ήττας ο νικητής και κοιτάει με νόημα προς το Σάκη.

Αυτός πιάνει το υπονοούμενο κι επεμβαίνει. «Αλήθεια ρε φιλαράκι. Τι γίνεται με την Ψ; Τα ίδια;»
Ο Πέτρος δεν έχει όρεξη να μιλήσει. Παραμένει σκυφτός να χαζεύει το τσιγάρο που καίγεται στο χέρι του.
Ο Γιώργος επιμένει. «Πες ρε μαλάκα. Τι παίζει;»
«Γαμήστε το. Άλλη φορά» απαντάει ο σκυφτός. Είπαμε. Δεν έχει όρεξη να μιλήσει.
Έχει όμως όρεξη να ρωτήσει. Και το κάνει. «Εσύ Γιωργάκη; Πως πάει με τη Χ;»
«Άσε τη Χ προς το παρόν. Το θέμα είναι πως πάει με το μυαλό του» εστιάζει στην ουσία ο Σάκης.
«Γαμήστε το και το δικό μου. Άλλη φορά» δίνει τελεσίδικη απάντηση ο Γιώργος χωρίς να αφήνει περιθώρια γι’ άλλες ερωτήσεις.
Κάποιος έμεινε. Πρώτος το αντιλαμβάνεται ο Πέτρος. «Εσύ φιλαράκι» απευθυνόμενος στο Σάκη «πως είσαι;»
«Ναι ρε αγορίνα, πες κάτι. Μας έχεις αγχώσει λίγο τον τελευταίο καιρό» λέει κι ο άλλος με πραγματική και γνήσια ανησυχία για το φίλο του.
«Εγώ μια χαρά τα γάμησα τα δικά σας. Σειρά σας τώρα να γαμήσετε και το δικό μου. Άλλη φορά» και κλείνει οριστικά και τελεσίδικα τις ερωταπαντήσεις για τις γυναίκες.

Δε ξαναμίλησαν. Είχε περάσει η ώρα. Σε λίγο θα βράδιαζε. Πρώτος έφυγε ο Γιώργος. Γύρισε στο σπίτι του. Εκεί τον περίμενε η Χ με έτοιμο φαγητό. Χάζεψαν τηλεόραση και η Χ ξάπλωσε νωρίς γιατί ήταν κουρασμένη. Αυτός έμεινε μόνος του στο σαλόνι να σκέφτεται. Παίρνει το κινητό και στέλνει ένα μήνυμα. Σε κάποιον. Σε λίγα λεπτά λαμβάνει μήνυμα. Όχι από τον κάποιο. Από άλλον. Ο Πέτρος επιστρέφει σπίτι του. Παίρνει τηλέφωνο την Ψ να της πει να βρεθούνε. Αυτή δε μπορεί γιατί έχει κανονίσει. Τον πειράζει και δεν τον πειράζει. Τον πειράζει γιατί ήθελε να τη δει. Δεν τον πειράζει γιατί είναι ευκαιρία να σκεφτεί κάποια πράγματα. Περνάει ώρα. Χτυπάει το κινητό του. Μήνυμα. Το διαβάζει. Στέλνει κι αυτός μήνυμα. Όχι στο ίδιο άτομο. Ο Σάκης άργησε να γυρίσει σπίτι του. Δεν έκανε κάτι συγκεκριμένο. Απλά περπατούσε. Μόνος του. Παρέα με τις σκέψεις του. Για τη Ζ. Για ποια άλλη; Φτάνει σπίτι του. Βγαίνει στη μικροσκοπική βεράντα του για ένα τελευταίο τσιγάρο. Δόνηση. Μήνυμα. Από τον ένα. Στέλνει κι αυτός. Στον άλλο.

Μήνυμα Γιώργου προς Πέτρο.
Φιλαράκι κάνε κάτι. Μην το αφήνεις έτσι. Θα φθαρεί και θα φύγει. Αν τη θέλεις διεκδίκησέ τη. Προσπάθησε να αναβιώσεις αυτό που είχατε. Και να μην τα καταφέρεις θα ξέρεις ότι προσπάθησες. Ό,τι και να γίνει, μη ξεχνάς. Εδώ είμαστε εμείς. Ακριβώς δίπλα σου..

Μήνυμα Πέτρου προς Σάκη.
Φιλαράκι μας έχεις τρελάνει. Μας έχεις αγχώσει. Δεν είσαι ο εαυτός σου. Δε στα λέω για να σε βαρύνω. Στα λέω γιατί ξέρουμε τι περνάς. Καταλαβαίνουμε. Και θα το περάσεις κι αυτό όπως όλα τα άλλα. Χρόνο και υπομονή θέλει. Εμάς γράψε μας κανονικά. Όπως και να ’χει όμως, μη ξεχνάς. Εδώ είμαστε εμείς. Ακριβώς δίπλα σου..

Μήνυμα Σάκη προς Γιώργο.
Φιλαράκι άφησέ τη να φύγει. Δεν έχει νόημα. Θα πληγωθείς πολύ. Κι αυτή θα πληγωθεί ακόμη περισσότερο. Αλλά στο τέλος θα είναι καλύτερα και για τους δύο. Δεν ξέρω. Μπορεί να λέω και μαλακίες. Εσύ ξέρεις καλύτερα. Ό,τι και ν’ αποφασίσεις, μη ξεχνάς. Εδώ είμαστε εμείς. Ακριβώς δίπλα σου..

Κι έτσι έκλεισε ο κύκλος. Και πέσανε για ύπνο. Λίγο καλύτερα και λίγο χειρότερα απ’ ότι ήταν πριν. Αύριο θα είναι μια καινούρια μέρα. Κι ας μην ξεχνάμε. Εκεί είναι αυτοί. Ο ένας δίπλα στον άλλο.

Λίγο τυχεροί. Ένα φιλί άτυχοι. Μια αγκαλιά μαλάκες. Αλλά ωραία τυπάκια!