15 Δεκ 2008

Το τρίο και το χαλαρό καφεδάκι (08)

Πότε πέρασαν οι μέρες και πρέπει να ξαναφύγω για Τρίπολη, ούτε που το κατάλαβα. Κι επειδή μέσα στο τρέξιμο των ημερών δεν κατάφερα να πιω ένα χαλαρό καφεδάκι με κάποια άτομα που ήθελα, θα τον πιω από εδώ και τους υπόλοιπους θα μου τους χρωστάω.. Καλή εβδομάδα σε όλους!


Περίοδος εξεταστικής. Τελευταίο μάθημα. Της εξεταστικής. Όχι της σχολής. Η ώρα της εξέτασης τουλάχιστον βάναυση. Άκου εκεί στις οχτώ το πρωί. Ποιος μπορεί να αποδώσει τέτοια ώρα; Η μοίρα του μαθήματος έχει αποφασιστεί από το προηγούμενο βράδυ. Δε θα δοθεί. Άλλωστε γι’ αυτό υπάρχει κι ο Σεπτέμβριος. Αλλά αν κάτσουν και κοιμηθούν θα το έχουν τύψεις. Κάτι πρέπει να κάνουν. Η λύση είναι προφανής. Θα πιούνε το καφεδάκι τους στο καφενείο. Προσοχή. Όχι σε κάποια καφετέρια με δυνατή μουσική και κόσμο. Αλλά στο κρυφό τους στέκι. Στο καφενείο της γειτονιάς. Μαζί με τα γεροντάκια της γειτονιάς. Και τη χαλαρή μουσική που παίζει από κασσεττόφωνο και βγάζει αυτόν τον τραχύ αλλά γλυκό ήχο. Ούτως ή άλλως μόνο αυτό είναι ανοιχτό τέτοια ώρα. Από τα αξημέρωτα δηλαδή.

«Και γιατί δε κάτσαμε να κοιμηθούμε;» ρωτάει ο Γιώργος προσπαθώντας να καλύψει το χασμουρητό του.
«Γιατί κανονικά τώρα θα έπρεπε να διαλέγαμε θέσεις στο αμφιθέατρο. Οπότε έπρεπε να κάνουμε κάτι αντίστοιχο. Κι έτσι ήρθαμε να διαλέξουμε τις θέσεις μας εδώ» απαντά ο Πέτρος με το μάτι κατακόκκινο από τη νύστα.
«Δηλαδή άμα δεν κάναμε κάτι αντίστοιχο και απλά κοιμόμασταν θα γινόταν κάτι;» επιμένει ο Γιώργος.
«Φυσικά και θα γινόταν. Θα χαλάγαμε την continuity του σύμπαντος» αντιπαρέρχεται ο Πέτρος με την επιστημονική εξήγηση.
«Μα τι μου λες; Υπάρχει τέτοιο πράγμα;» ζητάει περισσότερες εξηγήσεις ο αγουροξυπνημένος.
«Όχι» επεμβαίνει ο Σάκης «αλλά αν υπήρχε εμείς θα τη χαλάγαμε αυτή την κοντιτέτοια του σύμπαντος.» Ήταν πολύ πρωί. Δε μπορούσε ακόμη να σχηματίσει δύσκολες λέξεις. Πόσο μάλλον αγγλικές. Για το συνδυασμό τους είναι περιττό να πούμε κάτι παραπάνω. Σημασία έχει ότι καθησύχασε το ανήσυχο μυαλό του φίλου του.

Πάνω στην επιβεβαίωση ότι η ανθρωπότητα μπορεί να συνεχίσει αμέριμνη το έργο της, σκάει μύτη ο αδύνατος πιτσιρικάς με τα χαρτομάντιλα.
«Βρε, βρε, καλώς το μαθητούδι μας» το προλαβαίνει ο Σάκης πριν πλασάρει την πραμάτεια του.
Ο μικρός τους κοιτάει με ένα χαμόγελο. Ο Πέτρος μπαίνει κατευθείαν στο ψητό. «Τον έμαθες τον πολλαπλασιασμό μέχρι το πέντε, όπως είχαμε συμφωνήσει την προηγούμενη φορά;»
«Αμέ» και το χαμόγελο ανοίγει πιο πολύ.
«Για να δούμε. Πόσο κάνει πέντε επί εφτά;» αρχίζει την εξέταση ο ακαδημαϊκός Γιώργος.
«Τριάντα πέντε» παίρνει τη σωστή απάντηση μετά από πολύ λίγη σκέψη.
«Εξαιρετικά! Και πόσο κάνει τέσσερα επί έξι;» συνεχίζει την εξέταση ο καθηγητής λυκείου Πέτρος. Έβαλε εύκολα θέματα στο διαγώνισμα.
«Είκοσι τέσσερα» έρχεται άμεσα η απάντηση.
«Μπράβο» επιβραβεύει ο Σάκης. Είχε έρθει η σειρά του. Δεν ήθελε να του χαλάσει το σερί. Έτσι σαν άλλος δάσκαλος δημοτικού ρωτάει. «Και πόσο κάνει τρία επί τέσσερα;»
«Ε, αυτό είναι εύκολο. Δώδεκα» απαντάει ο πιτσιρικάς και το χαμόγελο αγγίζει τα αυτιά του.
Την τελευταία απάντηση συνόδεψαν χειροκροτήματα κι επευφημίες. Τρία ευρώ βρέθηκαν στο χέρι του επίδοξου μαθηματικού. Ο μικρός πάει να βγάλει το αντίτιμο σε χαρτομάντιλα για να τους τα δώσει. Ο Σάκης τον σταματάει. «Τα χαρτομάντιλα κράτησέ τα.»
«Σήμερα πληρώθηκες για τις γνώσεις σου» επισημαίνει ο καθηγητής.
«Την επόμενη φορά θα σε εξετάσουμε στο έξι και στο εφτά» ανακοινώνει την ύλη για την εξεταστική ο ακαδημαϊκός.
«Θα είμαι έτοιμος» υπόσχεται ο μικροπωλητής κι αφήνει ένα πακετάκι πάνω στο τραπέζι φεύγοντας, πριν προλάβουν οι άλλοι να φέρουν αντιρρήσεις.

«Καλημερίζω τη νεολαία» ακούνε πίσω από την πλάτη τους.
Οι τρεις τους γυρίζουν ταυτόχρονα και βλέπουν το λαχειοπώλη της γειτονιάς. Από μικρά παιδιά τον θυμούνται να τριγυρίζει τους δρόμους της περιοχής με το ξύλινο λάβαρό του και να πουλάει όνειρα. Τρεις εγκάρδιες καλημέρες πήγαν προς τη μεριά του.
«Θα μου κάνετε σεφτέ σήμερα;» ρωτάει ο λαχειοπώλης «που είστε και γουρλήδες;» συμπληρώνει εννοώντας το.
«Μας δουλεύεις ψιλό γαζί κυρ Μανώλη;» ρωτάει ο Γιώργος.
«Εμείς γουρλήδες;» απορεί ο Πέτρος.
«Γιατί το λέτε αυτό ρε παιδιά;» ζητάει εξηγήσεις ο ενδιάμεσος του εύκολου χρήματος.
Ο Σάκης αναλαμβάνει να δώσει τις εξηγήσεις. «Γιατί δέκα χρόνια τώρα παίρνουμε λαχεία από σένα και δεν έχουμε κερδίσει ούτε ένα ευρώ. Έτσι για το γαμώτο!» βγάζει κι ένα παράπονο πάνω στις εξηγήσεις.
Ο κυρ Μανώλης ρίχνει ένα αληθινό και γάργαρο γέλιο. «Αρχικά είπα ότι είστε γουρλήδες για μένα. Κάθε φορά που είστε οι πρώτοι μου πελάτες πάει καλά η μέρα. Και μετά τι να τα κάνετε εσείς τα λεφτά; Αφού έχετε ο ένας τον άλλο.»
Οι τρεις τους απορούν με την απάντηση που πήραν. Κοιτιούνται για λίγο μεταξύ τους χωρίς να μιλάνε. Παρατηρούν ο ένας τον άλλο. Ο λαχειοπώλης τους βλέπει και τους χαίρεται. Το τρίο ανακυκλώνει τα τελευταία λόγια στη σκέψη του. Σιγή. Και τότε σαν ένα σώμα μια ψυχή γυρνάνε προς τον κυρ Μανώλη και του λένε. «Ένα τρίδυμο παρακαλώ.»
Ο κυρ Μανώλης βάζει πάλι τα γέλια. Τα λαχεία πουλήθηκαν και βολεύτηκαν σε τσέπες, πορτοφόλια και τσαντάκια. Θα μπορούσαν βέβαια να πάνε κατευθείαν στα σκουπίδια γιατί πάλι δε θα κέρδιζαν ούτε ένα ευρώ. Έτσι για το γαμώτο. Αλλά δε πειράζει. Αυτοί είχαν ο ένας τον άλλο.

«Άντε παιδιά και σε καλή μεριά.» Αυτός που μίλησε ήταν ο κυρ Χρήστος. Ο προπατζής της γειτονιάς. Είχε έρθει να πάρει το καφεδάκι του για να πάει να ανοίξει μετά το μαγαζί και είχε παρακολουθήσει το σκηνικό. Τρία ευχαριστώ και τρεις καλημέρες ήρθαν ακούραστα, αβάδιστα και αβασάνιστα προς τη μεριά του.
Ο κυρ Χρήστος ανοίγει αμέσως θέμα στο αντικείμενό του. «Δε μου λέτε ρε μάγκες. Εσείς αλλάξατε ομάδες ή ακόμη δουλεύετε τον κόσμο;»
«Α τώρα μας προσβάλεις κυρ Χρήστο» προσποιείται ότι θίχτηκε ο Γιώργος. «Σε πληροφορώ ότι η Αναγέννηση Καρδίτσας μετά από πολλά χρόνια κι αφού η προεδράρα μας αποφάσισε να ρίξει λίγο χρήμα στην ομάδα ανέβηκε στη Β΄ εθνική» δίνει τα τελευταία νέα νιώθοντας χρέος να υποστηρίξει την ένδοξη ομάδα του τόπου καταγωγής του.
«Ναι αλλά δεν έχετε ξεκινήσει πολύ καλά το πρωτάθλημα» συνεχίζει ο ποδοσφαιρόφιλος προπατζής. «Ούτε εσύ» και κοιτάει το Γιώργο, «ούτε εσύ» και τώρα απευθύνεται στον Πέτρο.
Ο τελευταίος παίρνει τη σκυτάλη. «Τι να γίνει κυρ Χρήστο; Δε μπορούμε να τα έχουμε όλα. Η Ηλυσιακάρα όμως θα παίξει πάλι καλή μπάλα και κάποια στιγμή θα ανέβει και στην κατηγορία των μεγάλων. Τι διάολο;» αναρωτιέται φωναχτά. «Δώδεκα χρόνια πηγαίναμε δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο δίπλα από το γήπεδό του. Έχουμε παίξει ουκ ολίγες φορές στον αγωνιστικό του χώρο. Κάποια στιγμή θα απορροφήσουν την αύρα μας κι η ομάδα θα απογειωθεί» παραληρεί ο Πέτρος.
«Καλά, καλά» συμπονά ο κυρ Χρήστος και γυρνά προς το Σάκη. «Εσένα αγόρι μου πως πάει η ομάδα σου; Υπάρχει ακόμη;»
«Αγαπητέ κύριε Χρήστο, ένα έχω να σας πω. Ο πολυπαθής Αστροναύτης, της ηρωικής Νεράιδας και περιχώρων, θα συνεχίσει να δίνει τους αγώνες του στο ιστορικό γήπεδο της Φτερόλακας» ήταν το ένα που είπε ο Σάκης με ύφος προέδρου.
Ο συμπαθής κυρ Χρήστος ξεφυσάει. «Το ξέρετε ότι δεν πρόκειται να βγάλω άκρη μαζί σας;» Ρητορική η ερώτηση. «Άντε σας περιμένω μετά γιατί σας έχω έτοιμα κάτι στανταράκια» τους κλείνει τα μάτι φεύγοντας.
Τρεις επιβεβαιώσεις ήρθαν πάλι προς τη μεριά του με τα τρία Άλφα των αγγελιών. Ακούραστα. Αβάδιστα. Αβασάνιστα.

Μείναν οι τρεις τους. Πάλι. Κάτι σύννεφα αρχίζουν να μαζεύονται σιγά σιγά στον ουρανό. Έτσι για την παρέα. Ανάβουν τσιγάρα. Η νύστα έχει αρχίσει να φεύγει. Κάτι όμως τους λείπει. Πρώτος το αντιλαμβάνεται ο Σάκης. «Οι καφέδες που είναι; Μας έχει δει ο κυρ Αντώνης εδώ έξω που καθόμαστε;» απορεί.
«Σας είδα παλικάρια μου» τον επιβεβαιώνει ο καφετζής που έρχεται προς το μέρος τους. «Τι θα πάρουν σήμερα τ’ αγόρια μου;»
«Λοιπόν, κυρ Αντώνη εμένα θα μου φέρετε ένα κάραμελ καπουτσίνο με σαντιγί και λίγη τρουφίτσα από πάνω» παραγγέλνει πρώτος ο Γιώργος.
Σειρά έχει ο Πέτρος. «Εμένα ένα φραπουτσινάκι με διπλή δόση εσπρέσο και να ρίξετε από πάνω λίγο σιρόπι σοκολάτας. Λίγο όμως, όχι πολύ»
Τελευταίος ο Σάκης. «Κυρ Αντώνη εμένα με ξέρετε, είμαι απλός άνθρωπος. Ένα διπλό εσπρεσάκι μακιάτο.»
Ο αιωνόβιος καφετζής που τους ξέρει από μικρά παιδιά που έπαιζαν στην πλατεία κι έρχονταν σ’ αυτόν για την πορτοκαλάδα τους βάζει τα γέλια. «Καλά ρε σαρδανάπαλοι. Δε βαριέστε κάθε φορά να μου λέτε ότι σας κατέβει; Να φέρω τα φραπεδάκια σας;» τους ρωτάει ενώ είναι σίγουρος.
Τρία βεβαίως ήρθαν με τα γνωστά τρία Άλφα.
Ο μαγαζάτορας κλείνει την παραγγελία όπως συνηθίζει. Είναι μια ιεροτελεστία γι’ αυτόν. Τη λέει δυνατά πριν φύγει. Για την επιβεβαίωση. «Έχουμε και λέμε. Ένα σκέτο με λίγο γαλατάκι εβαπορέ για το Γιωργάκη μας, ένα μέτριο με ολίγη και λίγο γαλατάκι για τον Πετράκη μας και για το Σάκη μας το γαλακτομπουρεκάκι του σε υγρή μορφή. Πολλή ζάχαρη με πολύ γάλα.»
Α-ακούραστα. Κρι-αβάδιστα. Βως-αβασάνιστα.

Τα καφεδάκια δεν άργησαν να έρθουν. Ανάβουν ένα ακόμη τσιγάρο από τα πολλά που θα ακουλουθήσουν. Παίρνουν την πρώτη τζούρα του πρωινού καφέ. Μαγεία. Για μια στιγμή σκέφτονται το μάθημα που θα έδιναν. Δε γαμιέται. Ένα μάθημα είναι. Ας ήταν μόνο αυτό το πρόβλημά τους. Τα σύννεφα έχουν αρχίσει να γίνονται πιο πολλά. Και να παίρνουν αποχρώσεις του γκρι.
«Ωραία μέρα σήμερα» παρατηρεί ο Γιώργος.
«Ναι, αλλά μάλλον θα βρέξει» επισημαίνει ο Πέτρος.
«Το πολύ πολύ να βραχούμε» ηρεμεί ο Σάκης.

Λίγο τεμπέληδες. Ένα λαχείο τζογαδόροι. Μια στήλη μαλάκες. Αλλά ωραία τυπάκια!

11 Δεκ 2008

Η αρχή..

Έφυγα για λίγο. Επέστρεψα για ακόμη πιο λίγο. Όλα έμειναν όπως τα άφησα. Στάσιμα. Κρυσταλλωμένα. Ψυχρά. Ίσως και λίγο όμορφα. Παράδοξα όμορφα. Συνήθεια; Συνειδητοποίηση; Αδιάφορο. Όλα ίδια. Εκτός από κάτι.

Είναι εδώ. Έτοιμο να ξεκινήσει. Το πρώτο γρανάζι έχει αρχίσει να κουνιέται. Είναι θέμα χρόνου να βρει τη θέση του και να σημάνει την έναρξη. Η διαδικασία μη αναστρέψιμη. Δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς.

Οι ήχοι δε θα συνοδέψουν την παράσταση. Είναι φορές που είναι περιττοί. Όλα θα γίνουν μέσα στην απόλυτη ησυχία. Μόνο έτσι θα μπορέσω να ακούσω καθαρά τις εικόνες. Η εσωτερική ησυχία άλλωστε είναι ό,τι πιο εκκωφαντικό μπορεί να ακούσει κανείς.

Πλέον, δε με απασχολεί τι ήταν αυτά που με οδήγησαν εδώ. Ούτε το τι θα επακολουθήσει. Χωρίς εικόνες του παρελθόντος. Χωρίς σκέψεις για το μέλλον. Μόνο η στιγμή.

Το μόνο που μένει είναι να ακολουθήσω τα βήματά μου/σου. Να βρω μια θέση. Δε χρειάζεται να είναι αναπαυτική. Και μια γωνία να ακουμπήσω μου αρκεί. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να έχει θέα. Να μπορώ να δω.

Να κρατήσω μια θέση και για σένα;

(ο τίτλος είναι Η αρχή.. κι η υπογραφή είναι ..του τέλους)

11 Νοε 2008

Ήρθε η ώρα μου..

..να παίξω κι εγώ στο θέατρο του παραλόγου! Μη φανταστείτε κανά πρωταγωνιστικό ρόλο. Μπααα. Ένας απλός και ταπεινός κομπάρσος θα είμαι. Θα περιφέρομαι όλη την ώρα πάνω στη σκηνή για να πω κανά δυο ατάκες όλες κι όλες. Φοβερό;

Όσο για σας, θέλω να κοιμάστε ήσυχοι. Τα σύνορα θα είναι ασφαλή. Αφού θα τα αναλάβω προσωπικά σας λέω! Σας παρακαλώ κυρίες και κύριοι! Τι σημαίνει ότι θα πάω Αεροπορία και θα είναι μια χαρά; Επειδή δηλαδή η παράσταση που θα ανέβει θα είναι πιο κουλτουρέ σημαίνει ότι δε θα είναι και παράλογη;

Μια μέρα ελευθερίας μου μένει γιατί από Τετάρτη πρωί θα λιάζομαι (τρόπος του λέγειν) στην εξωτική Τρίπολη για εικοσικάτι μέρες (απ’ ότι μου 'χουν πει). Και να δω πως θα προλάβω να κάνω όλες τις δουλειές που έχω αφήσει για την τελευταία στιγμή μέσα σε μια μέρα μόνο. Δράμα σας λέω!

Τέσπα, σταματάω για να κρατήσω δυνάμεις για το ρόλο. Το όσκαρ ψπδ΄ ανδρικού ρόλου το έχω στο τσεπάκι μου!

Να είστε όλοι καλά και θέλω να πιστεύω ότι θα τα ξαναπούμε σύντομα..

9 Νοε 2008

Μία και μόνη ατυπία για ένα Παρ (IV)

- Ώστε 28 χρόνια πριν, ε;
- Ναι.
- Να τα εκατοστήσεις.
- Πολλά είναι.
- Γιατί;
- Μάλλον θα βαρεθώ μέχρι τότε.
- Τα 80 καλά είναι; Να τ’ αφήσω;
- Μη κοροϊδεύεις.
- Καλά. Χρόνια πολλά, λοιπόν. Έτσι. Σκέτο.
- Ξέρεις ποια είναι η καλύτερη ευχή για μένα;
- Ποια;
- Χρόνια καλά.
- …
- Κι ας είναι όσα είναι..
- Δεκτό. Χρόνια καλά φίλε μου.
- Ευχαριστώ.

3 Νοε 2008

Λίγες ωδίες για ένα Παρ (III)

- Καθρέφτη καθρεφτάκι μου.
- Τι θες πάλι;
- Ποια είναι η πιο όμορφη;
- Πάντως όχι εσύ.
- Τι είπες;
- Άκουσες.
- Μα δε λέει έτσι το σενάριο.
- Το ξέρω.
- Και τι είναι αυτό;
- Η αλήθεια.

-------

- Να ζει κανείς ή να μη ζει;
- Έλα μου ντε.
- Μπαρδόν;
- Δε ξέρω ρε παιδί μου.
- Εγώ λέω να ζει.
- Ε πες το.
- Το είπα. Εσύ τι λες;
- Να μη ζει.
- Πως το λες αυτό;
- Από εμπειρία. Θυμήσου με ποιον μιλάς.
- Κατάλαβα.
- Εγώ πάλι όχι.
- Μήπως να το στρίψουμε;
- Και δε το στρίβουμε;

-------

- You talking to me?
- Συγγνώμη σε μένα μιλάτε;
- Όχι. Εσύ μου μιλάς.
- Μα πως; Αφού κάτι ρωτήσατε.
- Επειδή μου μίλησες.
- Θα ορκιζόμουνα ότι αρχίσατε πρώτος.
- Δε πάει καλά. Δε βγαίνει.
- Το βλέπω.
- Θα πάω στον καθρέφτη.
- Όπως νομίζετε.

-------

- Δηλαδή τέλος;
- Τελείως.
- Σίγουρα;
- Ναι λέμε.
- Δε πειράζει.
- Για να το λες.
- Ξέρεις γιατί;
- Γιατί;
- Θα έχουμε πάντα το Παρίσι.
- Μα δεν πήγαμε ποτέ εκεί.
- Ουπς.
- Με ποια ήσουνα στο Παρίσι; Ε;

-------

- Διακτίνισέ με Σκότι.
- Όχι.
- Γιατί;
- Το ’χω πει χίλιες φορές.
- Ποιο;
- Δε μ’ αρέσουν τα χαϊδευτικά.
- Δηλαδή;
- Να με λέτε Σκοτ. Χωρίς το ι.
- Πως κάνεις έτσι για ένα ι;
- Σοβαρά μιλάς;
- Αμέ.
- Καλά. Να δούμε εσένα από δω και πέρα.
- Δηλαδή;
- Θα σε φωνάζω Σπόκι.

31 Οκτ 2008

Το τρίο κι η αρχή (07)

Χρόνος. Χρόνια πριν. Αρκετά έως πολλά. Όχι όμως και πάρα πολλά. Τόπος. Ένα νηπιαγωγείο της Αθήνας. Κατάσταση. Πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς για όλους. Και για τα παιδάκια και για την κυρία Μαρία.

Στην τάξη επικρατεί σχετική ησυχία. Άλλα παιδάκια κάθονται και παρατηρούν, άλλα ζωγραφίζουν, άλλα τραγουδούν, άλλα παίζουν με κάτι τουβλάκια. Η κυρία Μαρία τα έχει όλα υπό έλεγχο. Εξακολουθεί όμως να είναι αγχωμένη. Θέλει να ξαναπάει τουαλέτα. Έχει πάει ήδη δυο φορές και όλοι και όλα παρέμειναν σε τάξη. Όπως τα είχε αφήσει. Δεν έγινε τίποτα. Γιατί να γίνει τώρα; Παίρνει την απόφαση και σηκώνεται. Η τρίτη όμως είναι και η φαρμακερή. Έτσι δε λένε; Αυτή τη φορά κάτι έγινε τα λίγα λεπτά που έλειπε. Δεν το έμαθε ποτέ.

Η ώρα πέρασε. Ευχάριστα για τους περισσότερους. Όχι για όλους όμως. Το κουδούνι χτυπάει. Οι γονείς περιμένουν έξω από την αυλή να παραλάβουν τα βλαστάρια τους. Πρώτος από την τάξη βγαίνει ένας πιτσιρικάς. Είναι μουρτζούφλης. Δε σηκώνει και πολλά πολλά. Εντοπίζει τη μαμά του. Πηγαίνει προς τα εκεί, την πιάνει από το χέρι και ξεκινάνε για το σπίτι. Μαζί με το μπουλούκι βγαίνει κι ένας δεύτερος πιτσιρικάς. Αυτός είναι νευριασμένος. Τα ’χει πάρει στο κρανίο αλλά είναι μικρός ακόμη γι’ αυτή την έκφραση. Θα εμφανιστεί πολλά χρόνια μετά στο λεξιλόγιό του. Ρίχνει μια ματιά, βλέπει το μπαμπά του και τον χαιρετάει με το ζόρι. Δε χαιρετάει όμως κανέναν άλλο. Ξεκινάει κι αυτός για το σπίτι του. Μια μαμά έχει μείνει μόνη της να περιμένει. Εκεί που έχει αρχίσει να ανησυχεί ξεπροβάλει από την πόρτα το παλικάρι της. Χαμογελαστό κι ωραίο. Τρέχει προς αυτήν και της δίνει ένα φιλί. Δε μένει τίποτα άλλο από το να ξεκινήσουν κι αυτοί για το σπίτι.

Μαμά με μουρτζούφλη γιο.
«Τι έχει πάθει το αγόρι μου κι έχει έτσι κατεβασμένα τα μούτρα;» ρωτάει όλο απορία η μαμά.
«Καλά είμαι. Δεν έχω τίποτα» απαντάει ο μικρός με κίνδυνο να χτυπήσουν τα μούτρα του στο δρόμο.
«Ε πως δεν έχεις κάτι; Δεν την ξεγελάς τη μανούλα» επιμένει η μανούλα που δεν ξεγελιέται.
Ο πιτσιρικάς αμίλητος. Περπατάει με το κεφάλι σκυφτό. Η μαμά τον ξέρει καλά. Από στιγμή σε στιγμή θα πει από μόνος του αυτά που θέλει να πει και τίποτα παραπάνω. Κι έτσι γίνεται. «Μάλωσα σήμερα με ένα συμμαθητή μου.»
«Γιατί;»
«Γιατί είναι βλάκας.»
«Δεν έχουμε πει ότι δε λέμε τέτοιες λέξεις;» προσέχει η μαμά την ανατροφή του γιου.
Αυτός συνοφρυώνεται για λίγο. Δεν πρέπει να λέει τέτοιες λέξεις αλλά με κάποιο τρόπο πρέπει να κάνει τη δήλωσή του. Το βρήκε. «Εντάξει, μπορεί να μη λέμε τέτοιες λέξεις, αλλά αυτός είναι» λέει.
«Αχ, τι θα κάνω με σένα; Και δε μου είπες. Γιατί μαλώσατε;» συνεχίζει τις ερωτήσεις η μαμά.
«Άλλη φορά μαμά. Τώρα δεν έχω όρεξη» αποφεύγει ο έξυπνος πιτσιρικάς.
«Κι η δασκάλα που ήταν; Δε σας είδε;» συνεχίζεται η μίνι ανάκριση.
«Όχι είχε βγει για λίγο έξω.»
«Και ποιος σας χώρισε;» αναρωτιέται η μεγάλη.
«Ένα άλλο παιδί. Μάκη τον λέγανε» απαντάει ο μικρός. «Και μετά δεν έκανα τίποτα άλλο, γιατί δεν είχα όρεξη, και περίμενα να τελειώσουμε για να έρθεις να με πάρεις» προλαβαίνει τις επόμενες ερωτήσεις και λήγει την κουβέντα. Ως εκεί. Προς το παρόν δεν ήθελε να πει τίποτα άλλο.

Μπαμπάς με νευριασμένο γιο.
Περπατάνε προς το σπίτι και το ρυθμό τον δίνει ο πιτσιρικάς. Ο πατέρας δε μιλάει. Ξέρει ότι είναι θέμα χρόνου να τα μάθει όλα. Ο γιος ξεφυσάει, παίρνει βαθιά ανάσα και δηλώνει. «Μπαμπά, είμαι νευριασμένος.»
Ο μπαμπάς το διασκεδάζει. «Άντε ρε που είσαι και νευριασμένος. Μια σταλιά άνθρωπος, έχεις και νεύρα.»
Ο σταλιάς τσιτώνεται. «Δεν είμαι μια σταλιά. Και αλήθεια σου λέω. Έχω νεύρα. Κι εσύ άμα θες μη με πιστεύεις.»
«Καλά καλά σε πιστεύω» πάει με τα νερά του διαδόχου ο πατέρας.«Και γιατί έχεις νεύρα;»
«Γιατί μάλωσα με ένα συμμαθητή μου.» Ο πατέρας πάει να πει κάτι αλλά ο μικρός τον προλαβαίνει. «Αυτός έφταιγε.»
«Ε βέβαια. Ποιος άλλος θα έφταιγε;» συμφωνεί γελώντας ο μπαμπάς.
«Μη κοροϊδεύεις. Αλήθεια. Και δε φτάνει μόνο αυτό.»
«Τι; Έχει κι άλλο;» ρωτάει όλο ενδιαφέρον ο γονιός που τώρα πραγματικά το διασκεδάζει.
«Ναι άκου. Εκεί που μαλώναμε έρχεται ένας άλλος να μας χωρίσει. Λες κι εγώ δε μπορούσα μόνος μου.»
«Μα τι μου λες τώρα γιε μου; Αυτά είναι πολύ σημαντικά πράγματα. Και μετά τι έγινε;»
Ο μικρός έχει πάρει πλέον χαμπάρι τον πατέρα του. «Καλά εσύ κοροϊδεύεις. Δεν καταλαβαίνεις. Θα τα πω στη μαμά στο σπίτι που θα με ακούσει.»
Ο πατέρας χαμογελάει. Ξέρει ότι δε θα μάθει λεπτομέρειες τώρα. Αυτές θα τις ακούσει σπίτι μαζί με τη μαμά. Με λίγη διπλωματία όμως μπορεί να μαζέψει κανά δυο πληροφορίες ακόμη. Παίρνει το αδιάφορο υφάκι και ρωτάει. «Και δε μου λες; Η δασκάλα που ήταν όλη αυτή την ώρα;»
«Δεν ξέρω. Είχε βγει για λίγο έξω» απαντάει ο μικρός με τρόπο που δε σηκώνει άλλες ερωτήσεις.
Αλλά κι ο μεγάλος δεν το βάζει κάτω. Δικός του γιος είναι. Ξέρει πως να τον πλησιάσει. «Μπορώ να κάνω άλλη μια ερώτηση; Αν βέβαια με αφήνεις.»
«Άντε καλά. Μία τελευταία» υποχωρεί η μεγάλη καρδιά.
«Τουλάχιστον τα παιδάκια αυτά τα γνώρισες; Έμαθες πως τα λένε;»
«Αυτόν που μαλώσαμε όχι. Τον άλλο τον λένε Τάκη» απαντάει χαριστικά αυτός και λήγει την κουβέντα.

Μαμά με χαμογελαστό γιο.
«Τι κάνει το παλικαράκι μου;»
Το παλικαράκι διατηρεί το χαμόγελο που είχε κατά την έξοδο. «Πολύ καλά μαμά» απαντάει.
«Γιατί άργησες να βγεις και ανησύχησα;» μπαίνει στο ψητό.
«Ρε μαμά, σου έχω πει να μην ανησυχείς. Είμαι μεγάλος πια» καθησυχάζει πρώτα την ανήσυχη μητέρα ο γιος και συνεχίζει να δώσει τις εξηγήσεις. «Κι άργησα γιατί έμεινα να πω στην κυρία Μαρία να μην ανησυχεί ούτε αυτή. Ότι όλα είναι υπό έλεγχο, όπως λέει κι ο μπαμπάς.»
«Άμα είναι όπως ο έλεγχος του μπαμπά σου τότε σωθήκατε όλοι εκεί μέσα» λέει χαμογελώντας η γυναίκα του μπαμπά. «Και γιατί είπες αυτό το πράγμα στην κυρία;» συνεχίζει.
«Μεγάλη ιστορία. Θα σου πω με το φαγητό» λέει στα γρήγορα ο πιτσιρικάς γιατί αγωνιά για τις επόμενες ερωτήσεις.
«Και δε μου λες. Άλλα παιδάκια γνώρισες σήμερα;»
«Αμέ» πετάγεται αυτός σχεδόν πριν τελειώσει η ερώτηση και παίρνει φόρα για να πει τα δικά του. «Ήταν δύο παιδιά που μαλώνανε όταν η κυρία ήταν στην τουαλέτα. Δεν ξέρω γιατί μαλώνανε. Αλλά πήγα και τους σταμάτησα. Όπως μας σταματάτε εσύ κι ο μπαμπάς όταν πειράζω την αδερφή μου. Και μετά τους γνώρισα. Αλλά δεν κάναμε πολύ παρέα γιατί ήταν και οι δύο θυμωμένοι. Δε μπορώ να καταλάβω όμως γιατί ήταν θυμωμένοι. Τους παρατηρούσα και δεν κάνανε σχεδόν τίποτα. Κι όταν σχολάσαμε βιάστηκαν να φύγουν. Αλλιώς θα σου έδειχνα ποιοι ήταν. Αλλά αύριο θα τους ξαναμιλήσω. Και πιστεύω ότι όλα θα είναι υπό έλεγχο, όπως λέει κι ο μπαμπάς» βάζει τελεία ο χείμαρρος.
Η μαμά έχει χίλιες ερωτήσεις και μπορεί να λέμε και λίγες. Θα τα ξεκαθαρίσει όλα στο σπίτι με το φαγητό. Προς το παρόν αρκείται στο να ρωτήσει. «Άλλους συμμαθητές σου γνώρισες ή μόνο αυτούς τους δύο;»
«Μπα. Μόνο αυτούς τους δύο. Αφού σου είπα. Μετά καθόμουνα και τους παρατηρούσα. Αλλά νομίζω ότι αυτοί είναι αρκετοί. Αυτοί θα είναι οι φίλοι μου» ανακοινώνει με σοβαρό και μεγαλεπήβολο ύφος ο ειρηνοποιός.
Η περήφανη μαμά έχει και μια τελευταία ερώτηση. «Τουλάχιστον σε αυτούς τους δύο είπες το πραγματικό σου όνομα ή άρχισες πάλι τις εξυπνάδες να αλλάζεις ένα γράμμα και να λες άλλα ονόματα;»
Ο μικρός μαζεύτηκε. Του κόπηκε για λίγο το χαμόγελο. Άρχισε να αναρωτιέται πως είναι δυνατόν να τα καταλαβαίνει όλα αυτή η μαμά. Σταματάει το περπάτημα. Την τραβάει από το χέρι για να σκύψει. Της δίνει ένα φιλί μαλαγανιάς και της ανακοινώνει. «Καλά ρε μαμά. Αύριο θα πω και στους δύο ότι με λένε Σάκη.»

Την άλλη μέρα ο Σάκης πλησίασε από μόνος του τον Γιώργο και τον Πέτρο. Κανένας δεν έδωσε σημασία στο χθεσινό τσακωμό. Ανώτερα άτομα κι οι τρεις. Όχι αστεία. Άλλωστε είχαν άλλα πράγματα στο μυαλό τους. Με κάποιο τρόπο έπρεπε να οργανώσουν την καλύτερη σκανταλιά για να μείνουν αξέχαστοι στην κυρία Μαρία. Κι ας της είχε υποσχεθεί ο Σάκης ότι όλα θα είναι υπό έλεγχο, όπως λέει κι ο μπαμπάς του.

Λίγο φασαριόζοι. Μια διαμάχη περίεργοι. Μια ένωση σκανταλιάρηδες. Αλλά ωραία τυπάκια!

28 Οκτ 2008

Η αλήθεια του τέλους

Κάνει ζέστη αλλά αυτός κρυώνει. Δε μπορεί να εξηγήσει γιατί. Όλα γύρω του θα έπρεπε να είναι ζεστά αλλά αυτός κρυώνει. Την παγωνιά άρχισε να τη νιώθει πρώτα εξωτερικά και σιγά σιγά την καταλάβαινε να περνάει στο εσωτερικό του. Να του τρώει τα σωθικά καθώς απλώνεται μέσα του σαν παλιρροϊκό κύμα. Δε μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Κάθεται ακίνητος και περιμένει.

Και να ήθελε να κουνηθεί δε θα μπορούσε. Είναι πολύ στριμωγμένος εκεί που κάθεται. Δε θυμάται πως βρέθηκε σ’ αυτό το αφιλόξενο μέρος μαζί με τόσους άλλους. Προσπαθεί αλλά δε μπορεί να θυμηθεί. Θέλει με όλη τη δύναμή του να καταλάβει αλλά δεν τα καταφέρνει. Το μόνο που του ερεθίζει τις σκέψεις του είναι η γνώση ότι κάποτε ήταν διασκορπισμένος σε πολλά σημεία. Χωρίς σχέδια, χωρίς σκοπό. Κάπως όμως ολοκληρώθηκε, χωρίς να θυμάται το πώς. Κι ενώ αυτό θα έπρεπε να είναι καλό, δεν του προσφέρει καμία ανακούφιση. Θέλει να θυμηθεί αλλά δε μπορεί κι αυτό τον κάνει να αισθάνεται ακόμη χειρότερα.

Το έδαφος που ακουμπάει είναι άσπρο. Σαν το παρελθόν του. Γύρω του οι όμοιοί του. Κανείς δε μιλάει. Αλλά τώρα ξέρει ότι δεν είναι επιλογή τους. Κι αυτός εδώ και ώρα προσπαθεί να μιλήσει, να ρωτήσει, να ζητήσει αλλά δε βγαίνει κανένας ήχος. Δε μπορεί. Στην κατάσταση που είναι δεν έχει τη δυνατότητα να μιλήσει. Θέλει να επικοινωνήσει αλλά δε μπορεί. Είναι εγκλωβισμένος στον εαυτό του και τις σκέψεις του. Και δε μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό. "Τι μου συμβαίνει ρε γαμώτο;" σκέφτεται δυνατά αλλά δεν ακούγεται τίποτα. Κανένας από τους άλλους δε μπορεί να του μιλήσει, πόσο μάλλον να τον καταλάβει. Ή μήπως όλοι τον καταλαβαίνουν γιατί νιώθουν το ίδιο; Δεν ξέρει κι απ’ ό,τι φαίνεται δε θα μάθει ποτέ.

Προσπαθεί να κοιτάξει προς τα πάνω. Χαμηλός φωτισμός και στην άκρη του οπτικού του πεδίου κάτι σιγοκαίει. Περίεργα πράγματα. Αν απομονώσει όλους τους άλλους η ατμόσφαιρα θα έπρεπε να ήταν ευχάριστη. Αλλά αυτός δεν αισθάνεται καθόλου καλά. Κι όσο περνάει η ώρα όχι μόνο μεγαλώνει η αγωνία του αλλά και το κρύο που νιώθει. Έχει αρχίσει να χάνει κάθε ίχνος αισιοδοξίας που θα μπορούσε να ανακαλύψει και να απελπίζεται. Μέχρι που.

Μέχρι που αρχίζει να νιώθει κάτι ωραίο. Δεν ξέρει τι είναι ακριβώς αλλά κάτι ανακουφιστικό αρχίζει να γίνεται. Προσπαθεί να το προσδιορίσει. Δεν είναι σίγουρος αλλά νομίζει ότι κάποιοι όμοιοί του αρχίζουν να φεύγουν. Ναι αυτό είναι. Γιατί έχει αρχίσει να νιώθει λίγο πιο χαλαρά. Λίγο πιο άνετα. Το κρύο δε σταματά αλλά τουλάχιστον τώρα είναι πιο άνετα. Αρχίζει να παίρνει τα πάνω του. Αφού φεύγουν κάποιοι αυτό σημαίνει ότι κάποια στιγμή θα φύγει κι αυτός. Και δύσκολα θα βρεθεί σε χειρότερο μέρος από αυτό που είναι τώρα.

Η ώρα περνάει και τώρα έχουν μείνει λίγοι. Εκεί όμως που θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένος γιατί δεν αργεί και η σειρά του να φύγει, έχει αρχίσει να αγχώνεται. Ο χρόνος που πέρασε τον έβαλε σε σκέψεις. "Που πάνε οι άλλοι; Είναι όντως καλύτερα εκεί που πάνε; Και γιατί αυτό το κρύο δε σταματάει με τίποτα; Και γιατί ακόμη κανένας δε μπορεί να μιλήσει; Τι συμβαίνει; Τι με περιμένει; Ποιος; Γιατί; Έχω πειράξει κανένα; Έχω φταίξει σε τίποτα; Δε μπορεί κάποιος να μου δώσει να καταλάβω; Ζητάω πολλά;".

Χαμένος στις σκέψεις του αργεί να συνειδητοποιήσει ότι έχει μείνει μόνος του μέχρι που κάτι απροσδιόριστο τον αρπάζει και αρχίζει να αιωρείται. Φοβάται. Προσπαθεί να ουρλιάξει αλλά δεν ακούγεται τίποτα. Πλησιάζει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, χωρίς να το θέλει αλλά και χωρίς να μπορεί να το ελέγξει, κι όταν απομακρύνεται έχει μείνει μισός. Μισός. Είναι τρομοκρατημένος. Φωνάζει με όλη του τη δύναμη. Δε πονάει γιατί το κρύο πλέον είναι απόλυτο. Αρχίζει να κινείται και πάλι. Στον αέρα. Μια ανώτερη δύναμη τον κινεί και αυτός δε μπορεί να κάνει τίποτα. Θέλει να δραπετεύσει σαν τρελός αλλά δε μπορεί. Δεν είναι πλέον στις δυνάμεις του. Ποτέ δεν ήταν.

Τώρα βρίσκεται σε κάτι σκοτεινό με κάτι άσπρους σταλακτίτες και σταλαγμίτες να κρέμονται απειλητικοί γύρω γύρω. Αρχίζουν να ανεβοκατεβαίνουν και να κατακρεουργούν το σώμα του. Εξακολουθεί να μη νιώθει πόνο αλλά τώρα ξέρει ότι ήρθε το τέλος του. Οριστικά. Και για πρώτη φορά αφήνεται. Μόνο τότε, μια στιγμή ακριβώς πριν το τέλος, συνειδητοποιεί την ύπαρξή του. Καταλαβαίνει το λόγο που συμβαίνουν όλα αυτά. Η τελευταία σκέψη του πριν χαθεί για πάντα στο έρεβος είναι: "Ήμουν άραγε ένας απλός ντολμάς ή ένα νόστιμο ντολμαδάκι;".

Την ίδια στιγμή ένα ζευγάρι, σε ένα δείπνο υπό το φως κεριών.
Γυναίκα: Μωρό μου μπορεί να κρυώσανε αλλά ήταν πεντανόστιμα τα ντολμαδάκια σου! Δεν έπρεπε να μοιραστούμε το τελευταίο.
Άντρας: Χαχα.. Πλεονέκτρα μου εσύ! Αφού σου το ’χα πει. Τα ντολμαδάκια είναι η σπεσιαλιτέ μου!

Η παραπάνω ντολμαδοϊστορία προέκυψε μετά από πρόσκληση του Mahler76 στο ντολμαδοπαίχνιδο. Οι έχοντες την "όρεξη" να συνεχίσουν.
Την καλησπέρα μου σε όλους.