Πότε πέρασαν οι μέρες και πρέπει να ξαναφύγω για Τρίπολη, ούτε που το κατάλαβα. Κι επειδή μέσα στο τρέξιμο των ημερών δεν κατάφερα να πιω ένα χαλαρό καφεδάκι με κάποια άτομα που ήθελα, θα τον πιω από εδώ και τους υπόλοιπους θα μου τους χρωστάω.. Καλή εβδομάδα σε όλους!
Περίοδος εξεταστικής. Τελευταίο μάθημα. Της εξεταστικής. Όχι της σχολής. Η ώρα της εξέτασης τουλάχιστον βάναυση. Άκου εκεί στις οχτώ το πρωί. Ποιος μπορεί να αποδώσει τέτοια ώρα; Η μοίρα του μαθήματος έχει αποφασιστεί από το προηγούμενο βράδυ. Δε θα δοθεί. Άλλωστε γι’ αυτό υπάρχει κι ο Σεπτέμβριος. Αλλά αν κάτσουν και κοιμηθούν θα το έχουν τύψεις. Κάτι πρέπει να κάνουν. Η λύση είναι προφανής. Θα πιούνε το καφεδάκι τους στο καφενείο. Προσοχή. Όχι σε κάποια καφετέρια με δυνατή μουσική και κόσμο. Αλλά στο κρυφό τους στέκι. Στο καφενείο της γειτονιάς. Μαζί με τα γεροντάκια της γειτονιάς. Και τη χαλαρή μουσική που παίζει από κασσεττόφωνο και βγάζει αυτόν τον τραχύ αλλά γλυκό ήχο. Ούτως ή άλλως μόνο αυτό είναι ανοιχτό τέτοια ώρα. Από τα αξημέρωτα δηλαδή.
«Και γιατί δε κάτσαμε να κοιμηθούμε;» ρωτάει ο Γιώργος προσπαθώντας να καλύψει το χασμουρητό του.
«Γιατί κανονικά τώρα θα έπρεπε να διαλέγαμε θέσεις στο αμφιθέατρο. Οπότε έπρεπε να κάνουμε κάτι αντίστοιχο. Κι έτσι ήρθαμε να διαλέξουμε τις θέσεις μας εδώ» απαντά ο Πέτρος με το μάτι κατακόκκινο από τη νύστα.
«Δηλαδή άμα δεν κάναμε κάτι αντίστοιχο και απλά κοιμόμασταν θα γινόταν κάτι;» επιμένει ο Γιώργος.
«Φυσικά και θα γινόταν. Θα χαλάγαμε την continuity του σύμπαντος» αντιπαρέρχεται ο Πέτρος με την επιστημονική εξήγηση.
«Μα τι μου λες; Υπάρχει τέτοιο πράγμα;» ζητάει περισσότερες εξηγήσεις ο αγουροξυπνημένος.
«Όχι» επεμβαίνει ο Σάκης «αλλά αν υπήρχε εμείς θα τη χαλάγαμε αυτή την κοντιτέτοια του σύμπαντος.» Ήταν πολύ πρωί. Δε μπορούσε ακόμη να σχηματίσει δύσκολες λέξεις. Πόσο μάλλον αγγλικές. Για το συνδυασμό τους είναι περιττό να πούμε κάτι παραπάνω. Σημασία έχει ότι καθησύχασε το ανήσυχο μυαλό του φίλου του.
Πάνω στην επιβεβαίωση ότι η ανθρωπότητα μπορεί να συνεχίσει αμέριμνη το έργο της, σκάει μύτη ο αδύνατος πιτσιρικάς με τα χαρτομάντιλα.
«Βρε, βρε, καλώς το μαθητούδι μας» το προλαβαίνει ο Σάκης πριν πλασάρει την πραμάτεια του.
Ο μικρός τους κοιτάει με ένα χαμόγελο. Ο Πέτρος μπαίνει κατευθείαν στο ψητό. «Τον έμαθες τον πολλαπλασιασμό μέχρι το πέντε, όπως είχαμε συμφωνήσει την προηγούμενη φορά;»
«Αμέ» και το χαμόγελο ανοίγει πιο πολύ.
«Για να δούμε. Πόσο κάνει πέντε επί εφτά;» αρχίζει την εξέταση ο ακαδημαϊκός Γιώργος.
«Τριάντα πέντε» παίρνει τη σωστή απάντηση μετά από πολύ λίγη σκέψη.
«Εξαιρετικά! Και πόσο κάνει τέσσερα επί έξι;» συνεχίζει την εξέταση ο καθηγητής λυκείου Πέτρος. Έβαλε εύκολα θέματα στο διαγώνισμα.
«Είκοσι τέσσερα» έρχεται άμεσα η απάντηση.
«Μπράβο» επιβραβεύει ο Σάκης. Είχε έρθει η σειρά του. Δεν ήθελε να του χαλάσει το σερί. Έτσι σαν άλλος δάσκαλος δημοτικού ρωτάει. «Και πόσο κάνει τρία επί τέσσερα;»
«Ε, αυτό είναι εύκολο. Δώδεκα» απαντάει ο πιτσιρικάς και το χαμόγελο αγγίζει τα αυτιά του.
Την τελευταία απάντηση συνόδεψαν χειροκροτήματα κι επευφημίες. Τρία ευρώ βρέθηκαν στο χέρι του επίδοξου μαθηματικού. Ο μικρός πάει να βγάλει το αντίτιμο σε χαρτομάντιλα για να τους τα δώσει. Ο Σάκης τον σταματάει. «Τα χαρτομάντιλα κράτησέ τα.»
«Σήμερα πληρώθηκες για τις γνώσεις σου» επισημαίνει ο καθηγητής.
«Την επόμενη φορά θα σε εξετάσουμε στο έξι και στο εφτά» ανακοινώνει την ύλη για την εξεταστική ο ακαδημαϊκός.
«Θα είμαι έτοιμος» υπόσχεται ο μικροπωλητής κι αφήνει ένα πακετάκι πάνω στο τραπέζι φεύγοντας, πριν προλάβουν οι άλλοι να φέρουν αντιρρήσεις.
«Καλημερίζω τη νεολαία» ακούνε πίσω από την πλάτη τους.
Οι τρεις τους γυρίζουν ταυτόχρονα και βλέπουν το λαχειοπώλη της γειτονιάς. Από μικρά παιδιά τον θυμούνται να τριγυρίζει τους δρόμους της περιοχής με το ξύλινο λάβαρό του και να πουλάει όνειρα. Τρεις εγκάρδιες καλημέρες πήγαν προς τη μεριά του.
«Θα μου κάνετε σεφτέ σήμερα;» ρωτάει ο λαχειοπώλης «που είστε και γουρλήδες;» συμπληρώνει εννοώντας το.
«Μας δουλεύεις ψιλό γαζί κυρ Μανώλη;» ρωτάει ο Γιώργος.
«Εμείς γουρλήδες;» απορεί ο Πέτρος.
«Γιατί το λέτε αυτό ρε παιδιά;» ζητάει εξηγήσεις ο ενδιάμεσος του εύκολου χρήματος.
Ο Σάκης αναλαμβάνει να δώσει τις εξηγήσεις. «Γιατί δέκα χρόνια τώρα παίρνουμε λαχεία από σένα και δεν έχουμε κερδίσει ούτε ένα ευρώ. Έτσι για το γαμώτο!» βγάζει κι ένα παράπονο πάνω στις εξηγήσεις.
Ο κυρ Μανώλης ρίχνει ένα αληθινό και γάργαρο γέλιο. «Αρχικά είπα ότι είστε γουρλήδες για μένα. Κάθε φορά που είστε οι πρώτοι μου πελάτες πάει καλά η μέρα. Και μετά τι να τα κάνετε εσείς τα λεφτά; Αφού έχετε ο ένας τον άλλο.»
Οι τρεις τους απορούν με την απάντηση που πήραν. Κοιτιούνται για λίγο μεταξύ τους χωρίς να μιλάνε. Παρατηρούν ο ένας τον άλλο. Ο λαχειοπώλης τους βλέπει και τους χαίρεται. Το τρίο ανακυκλώνει τα τελευταία λόγια στη σκέψη του. Σιγή. Και τότε σαν ένα σώμα μια ψυχή γυρνάνε προς τον κυρ Μανώλη και του λένε. «Ένα τρίδυμο παρακαλώ.»
Ο κυρ Μανώλης βάζει πάλι τα γέλια. Τα λαχεία πουλήθηκαν και βολεύτηκαν σε τσέπες, πορτοφόλια και τσαντάκια. Θα μπορούσαν βέβαια να πάνε κατευθείαν στα σκουπίδια γιατί πάλι δε θα κέρδιζαν ούτε ένα ευρώ. Έτσι για το γαμώτο. Αλλά δε πειράζει. Αυτοί είχαν ο ένας τον άλλο.
«Άντε παιδιά και σε καλή μεριά.» Αυτός που μίλησε ήταν ο κυρ Χρήστος. Ο προπατζής της γειτονιάς. Είχε έρθει να πάρει το καφεδάκι του για να πάει να ανοίξει μετά το μαγαζί και είχε παρακολουθήσει το σκηνικό. Τρία ευχαριστώ και τρεις καλημέρες ήρθαν ακούραστα, αβάδιστα και αβασάνιστα προς τη μεριά του.
Ο κυρ Χρήστος ανοίγει αμέσως θέμα στο αντικείμενό του. «Δε μου λέτε ρε μάγκες. Εσείς αλλάξατε ομάδες ή ακόμη δουλεύετε τον κόσμο;»
«Α τώρα μας προσβάλεις κυρ Χρήστο» προσποιείται ότι θίχτηκε ο Γιώργος. «Σε πληροφορώ ότι η Αναγέννηση Καρδίτσας μετά από πολλά χρόνια κι αφού η προεδράρα μας αποφάσισε να ρίξει λίγο χρήμα στην ομάδα ανέβηκε στη Β΄ εθνική» δίνει τα τελευταία νέα νιώθοντας χρέος να υποστηρίξει την ένδοξη ομάδα του τόπου καταγωγής του.
«Ναι αλλά δεν έχετε ξεκινήσει πολύ καλά το πρωτάθλημα» συνεχίζει ο ποδοσφαιρόφιλος προπατζής. «Ούτε εσύ» και κοιτάει το Γιώργο, «ούτε εσύ» και τώρα απευθύνεται στον Πέτρο.
Ο τελευταίος παίρνει τη σκυτάλη. «Τι να γίνει κυρ Χρήστο; Δε μπορούμε να τα έχουμε όλα. Η Ηλυσιακάρα όμως θα παίξει πάλι καλή μπάλα και κάποια στιγμή θα ανέβει και στην κατηγορία των μεγάλων. Τι διάολο;» αναρωτιέται φωναχτά. «Δώδεκα χρόνια πηγαίναμε δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο δίπλα από το γήπεδό του. Έχουμε παίξει ουκ ολίγες φορές στον αγωνιστικό του χώρο. Κάποια στιγμή θα απορροφήσουν την αύρα μας κι η ομάδα θα απογειωθεί» παραληρεί ο Πέτρος.
«Καλά, καλά» συμπονά ο κυρ Χρήστος και γυρνά προς το Σάκη. «Εσένα αγόρι μου πως πάει η ομάδα σου; Υπάρχει ακόμη;»
«Αγαπητέ κύριε Χρήστο, ένα έχω να σας πω. Ο πολυπαθής Αστροναύτης, της ηρωικής Νεράιδας και περιχώρων, θα συνεχίσει να δίνει τους αγώνες του στο ιστορικό γήπεδο της Φτερόλακας» ήταν το ένα που είπε ο Σάκης με ύφος προέδρου.
Ο συμπαθής κυρ Χρήστος ξεφυσάει. «Το ξέρετε ότι δεν πρόκειται να βγάλω άκρη μαζί σας;» Ρητορική η ερώτηση. «Άντε σας περιμένω μετά γιατί σας έχω έτοιμα κάτι στανταράκια» τους κλείνει τα μάτι φεύγοντας.
Τρεις επιβεβαιώσεις ήρθαν πάλι προς τη μεριά του με τα τρία Άλφα των αγγελιών. Ακούραστα. Αβάδιστα. Αβασάνιστα.
Μείναν οι τρεις τους. Πάλι. Κάτι σύννεφα αρχίζουν να μαζεύονται σιγά σιγά στον ουρανό. Έτσι για την παρέα. Ανάβουν τσιγάρα. Η νύστα έχει αρχίσει να φεύγει. Κάτι όμως τους λείπει. Πρώτος το αντιλαμβάνεται ο Σάκης. «Οι καφέδες που είναι; Μας έχει δει ο κυρ Αντώνης εδώ έξω που καθόμαστε;» απορεί.
«Σας είδα παλικάρια μου» τον επιβεβαιώνει ο καφετζής που έρχεται προς το μέρος τους. «Τι θα πάρουν σήμερα τ’ αγόρια μου;»
«Λοιπόν, κυρ Αντώνη εμένα θα μου φέρετε ένα κάραμελ καπουτσίνο με σαντιγί και λίγη τρουφίτσα από πάνω» παραγγέλνει πρώτος ο Γιώργος.
Σειρά έχει ο Πέτρος. «Εμένα ένα φραπουτσινάκι με διπλή δόση εσπρέσο και να ρίξετε από πάνω λίγο σιρόπι σοκολάτας. Λίγο όμως, όχι πολύ»
Τελευταίος ο Σάκης. «Κυρ Αντώνη εμένα με ξέρετε, είμαι απλός άνθρωπος. Ένα διπλό εσπρεσάκι μακιάτο.»
Ο αιωνόβιος καφετζής που τους ξέρει από μικρά παιδιά που έπαιζαν στην πλατεία κι έρχονταν σ’ αυτόν για την πορτοκαλάδα τους βάζει τα γέλια. «Καλά ρε σαρδανάπαλοι. Δε βαριέστε κάθε φορά να μου λέτε ότι σας κατέβει; Να φέρω τα φραπεδάκια σας;» τους ρωτάει ενώ είναι σίγουρος.
Τρία βεβαίως ήρθαν με τα γνωστά τρία Άλφα.
Ο μαγαζάτορας κλείνει την παραγγελία όπως συνηθίζει. Είναι μια ιεροτελεστία γι’ αυτόν. Τη λέει δυνατά πριν φύγει. Για την επιβεβαίωση. «Έχουμε και λέμε. Ένα σκέτο με λίγο γαλατάκι εβαπορέ για το Γιωργάκη μας, ένα μέτριο με ολίγη και λίγο γαλατάκι για τον Πετράκη μας και για το Σάκη μας το γαλακτομπουρεκάκι του σε υγρή μορφή. Πολλή ζάχαρη με πολύ γάλα.»
Α-ακούραστα. Κρι-αβάδιστα. Βως-αβασάνιστα.
Τα καφεδάκια δεν άργησαν να έρθουν. Ανάβουν ένα ακόμη τσιγάρο από τα πολλά που θα ακουλουθήσουν. Παίρνουν την πρώτη τζούρα του πρωινού καφέ. Μαγεία. Για μια στιγμή σκέφτονται το μάθημα που θα έδιναν. Δε γαμιέται. Ένα μάθημα είναι. Ας ήταν μόνο αυτό το πρόβλημά τους. Τα σύννεφα έχουν αρχίσει να γίνονται πιο πολλά. Και να παίρνουν αποχρώσεις του γκρι.
«Ωραία μέρα σήμερα» παρατηρεί ο Γιώργος.
«Ναι, αλλά μάλλον θα βρέξει» επισημαίνει ο Πέτρος.
«Το πολύ πολύ να βραχούμε» ηρεμεί ο Σάκης.
Λίγο τεμπέληδες. Ένα λαχείο τζογαδόροι. Μια στήλη μαλάκες. Αλλά ωραία τυπάκια!